«Κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις» (Β’ Κορινθ. ια, 26).
Ἂρθρον τοῦ μακαριστοῦ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Ὁ φιλόδοξος κ’ ἐκεῖνος πού καταγίνεται μέ τίς κοσμικές φροντίδες, κι’ ὅποιος θέλει νά περάσει τό δικό του θέλημα, αὐτοί εἶναι σάν νά πολεμᾶνε μέσα στή νύχτα, καί ψηλαφᾶνε τό σκοτάδι, βρισκόμενοι ἔξω ἀπό τή χώρα τῆς ζωῆς καί τοῦ φωτός. Γιατί ἐκείνη τή χώρα θά τήν κληρονομήσουνε οἱ ἀγαθοί καί οἱ ταπεινοί κ’ ὅσοι καθαρίσανε τίς καρδιές τους. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά δεῖ τό κάλλος, πού βρίσκεται μέσα του, πρίν νά καταφρονήσει κάθε ὀμορφιά πού βρίσκεται ἔξω ἀπ’ αὐτόν, καί κάθε μάταιη γνώση. Ἐκεῖνος πού νομίζει, πώς εἶναι σοφός, θά ξεπέσει ἀπό τή σοφία τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος εἶναι ὑποταγμένος στά πάθη, ἀπό τά πάθη μιλᾶ κι’ ἀπ’ αὐτά κινιέται ἡ γλῶσσα του. Κι’ ἄν μιλᾶ ἀκόμα καί γιά πνευματικά πράγματα, ὡστόσο λαλεῖ μέ πάθος, γιά νά περάσει ὁ δικός του λόγος. Ἕνα τέτοιον ἄνθρωπο, ἐκεῖνος πού εἶναι σοφισμένος ἀπό τόν Θεό, τόν καταλαβαίνει μόλις ἀνοίξει τό στόμα του, κι’ ὁ καθαρός τόν ὀσμίζεται ἀπό τήν ἄσχημη μυρουδιά του.
Ὅσοι εἶναι ἀνακατεμμένοι μέ τίς σκέψεις καί μέ τίς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου, δέν μποροῦνε ν’ ἀποχτήσουνε καθαρή διάνοια, ἐπειδή ξέρουνε καλά ὅλα τά καθέκαστα τῆς κακίας.
Ἀγάπησε τήν ταπείνωση σέ ὅλα τά ἔργα σου, γιά νά γλυτώσεις ἀπό τίς ἀκατανόητες παγίδες, πού βρίσκουνται πάντα ἔξω ἀπό τόν δρόμο πού πορεύονται οἱ ταπεινόφρονες.
Πλοῦτος τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ἡ παρηγοριά πού νοιώθει ἀπό τή θλίψη κ’ ἡ χαρά πού βρίσκει ἀπό τήν πίστη, καί πού λάμπει στά κρυφά κατάβαθα τῆς διάνοιας.
Ἄν σέ σφίξει ἡ θελιά τῆς σαρκικῆς γνώσης, μπορῶ νά σοῦ πῶ πώς εἶναι πιό εὔκολο νά λυθεῖς ἀπό μιά σιδερένια ἁλυσίδα, παρά ἀπ’ αὐτή τήν καταραμένη γνώση.
Ἡ ψυχή πού πορεύεται στόν δρόμο τῆς πίστης, ἄν ξαναγυρίσει πάλι στούς τρόπους τῆς γνώσης, ἀμέσως κουτσαίνει ἡ πίστη της καί φεύγει ἀπ’ αὐτή ἡ νοερή δύναμή της.
Ἡ γνώση εἶναι ἐνάντια στήν πίστη. Κ’ ἡ πίστη, σέ ὅλα εἶναι λυμένη κ’ ἐλεύθερη ἀπό τούς νόμους τῆς γνώσης, ἀλλά τῆς γνώσης τῆς σαρκικῆς, κι’ ὄχι τῆς πνευματικῆς. Γιατί, τοῦτος εἶναι ὁ ὁρισμός τῆς γνώσης, πώς χωρίς ἐξέταση καί χωρίς ἔρευνα, δέν ἔχει ἐξουσία νά κάνει τίποτα, ἀλλά ἐξετάζει ἄν εἶναι δυνατό ἐκεῖνο πού βάζει στόν νοῦ της καί πού θέλει. Ἡ πίστη ὅμως εἶναι ἕνα πρᾶγμα, πού φεύγει ἀπό ἐκεῖνον, πού δέν τήν πλησιάζει ἀπό τόν σωστόν δρόμο, ἤγουν μέ πονηρή περιέργεια.
Ἡ γνώση, χωρίς ἐξέταση δέ μπορεῖ νά ἀποχτηθεῖ. Κι’ αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀμφιβολίας, πού ἔχει γιά τήν ἀλήθεια. Ἐνῶ ἡ πίστη ζητᾶ νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά τήν ἀποχτήσει, ἕνα φρόνημα καθαρό καί ἁπλό, μακρυά ἀπό κάθε πανουργία. Τό μέρος πού κατοικεῖ ἡ πίστη εἶναι μιά κατάσταση σάν τοῦ παιδιοῦ καί μιά καρδιά ἁπλή, ἐνῶ ἡ γνώση εἶναι ἐνάντια σ’ αὐτά τά δύο.
Στή σαρκική γνώση βρίσκεται φυτεμένο τό ξύλο τῆς Γνώσεως, πού μ’ αὐτό γνωρίζει κανείς τά καλά καί τά πονηρά, κι’ αὐτό ξεριζώνει τήν ἀγάπη. Τούτη ἡ γνώση ἐξετάζει τά σφάλματα τῶν ἀνθρώπων, καί τίς αἰτίες, καθώς καί τίς ἀδυναμίες τους, καί κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἀντιλέγει στόν ἄλλον μέ πονηρά λόγια καί νά εἶναι δολερός μέ διάφορα μηχανεύματα καί μέ πονηρές πανουργίες, καί νά φέρνεται μέ τούς τρόπους πού ὑβρίζουνε τόν ἄνθρωπο. Σ’ αὐτή τή γνώση ριζώνει ἡ περηφάνεια, γιατί ἔχει τήν ἰδέα πώς κάθε καλό πρᾶγμα προέρχεται ἀπό τόν ἑαυτό της, κι’ ὄχι ἀπό τόν Θεόν. Ἐνῶ ἡ πίστη, τά ἔργα της λέγει πώς τά κάνει ὁ Θεός, καί γι’ αὐτό δέ μπορεῖ νά ὑπερηφανευθεῖ. Γιά τοῦτο κι’ ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶπε πώς· «ἡ γνῶσις φυσιοῖ», ἐννοῶντας αὐτή τή σαρκική γνώση, πού δέν ἔχει μέσα της τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα στόν Θεό.
Ἡ πνευματική γνώση φανερώνεται κι’ ἀποκαλύπτεται στόν ἀπομέσα ἄνθρωπο. Γιατί, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντός ἡμῶν ἐστι», καί δέν παρουσιάζεται μέ κάποιον τύπο, μήτε ἔρχεται μέ παρατήρηση. Ἀλλά φανερώνεται ἀπό μέσα ἀπό τήν εἰκόνα τῆς κρυφῆς διάνοιας, χωρίς αἰτία, καί δίχως καμμιά μελέτη γι’ αὐτή. Ἐπειδή ἡ διάνοια δέν βρίσκει ὕλη σ’ αὐτή, ὥστε νά συνεργήσει στό φανέρωμά της.
Ὁ ἄνθρωπος, πού δέν εἶναι κολλημένος σέ τοῦτον τόν κόσμο, καί πού φέρνει πάντα στή διάνοιά του πώς κοντεύει ἡ ὥρα πού θά φύγει ἀπό τούτη τή ζωή, καί πού μελετᾶ παντοτινά τήν ἄλλη ζωή, αὐτός καί ὑπομονή μεγάλη ἀποχτᾶ, καί καμμιά ἐπιθυμία δέν ἔχει νά τόν τιμοῦνε οἱ ἄνθρωποι, μήτε νά ἀπολάψει τίς ἀναπαύσεις τῆς ζωῆς. Κι’ ὅλη τήν ὥρα ἡ διάνοιά του δροσίζεται ἀπό τήν περιφρόνηση πού αἰσθάνεται γιά τόν κόσμο. Καί νοιώθει μεγάλο θάρρος, κι’ ἀποχτᾶ δυνατή καρδιά σέ κάθε καιρό γιά κάθε κίνδυνο καί γιά κάθε φόβο. Μά μήτε κι’ ἀπό τόν θάνατο δέν φοβᾶται, γιατί σέ κάθε ὥρα προσέχει σ’ αὐτόν σάν νά κοντεύει νἄρθει, καί τόν περιμένει. Κ’ ἡ φροντίδα του εἶναι ριχμένη στόν Θεό μέ πᾶσα ἀδίσταχτη πεποίθηση.
Τό ξύλο τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπ’ ὅπου ξέπεσε ὁ Ἀδάμ, καί δέν ξανασυναπάντησε τή χαρά. Ἀλλά δούλευε στήν ἀγκαθερή τή γῆ, καί κοπίαζε. Ὅσοι στερηθήκανε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τρῶνε ψωμί μέ ἵδρωτα στά ἔργα τους, ἀκόμα κι’ ἄν πορεύουνται δίκαια.
Μή φοβᾶσαι τόν θάνατο. Γιατί ὁ Θεός, ὅταν τόν ἀγαπᾶς ἀληθινά, σέ ἀνεβάζει ἀπάνω ἀπό τόν θάνατο.
Νά νομίζεις πώς δέν ὑπάρχει ἄλλος ἀπάνω στή γῆ, παρά μονάχα ἐσύ κι’ ὁ Θεός.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

(1895 – 1965)
ΠΗΓΗ: Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, φύλλο 96/20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1969. (Σελ. 2).
Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




