«Κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις» (Β’ Κορινθ. ια, 26).
Ἂρθρον τοῦ μακαριστοῦ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σῦρο σταχυλογοῦμε τὰ παρακάτω:
● Ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Κι’ αὐτὸς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δὲ μπορεῖ νὰ καθίσει σὲ μιὰ ψυχή, ποὺ δὲν στέκεται στερεὰ καὶ ποὺ πηγαίνει ἀπὸ δῶ κι’ ἀπὸ κεῖ. Ἡ ἀμφιβολία τῆς καρδιᾶς βάζει τὴν ψυχὴ σὲ δειλία. Ἐν ὅσῳ ὁ πόθος τῆς σάρκας εἶναι πιὸ δυνατὸς μέσα σου, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ γίνεις θαρραλέος κι’ ἄφοβος.
● Ἡ ταπείνωση μαζεύει τὴν καρδιά. Καὶ σὰν ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, παρευθὺς τὸν περισκεπάζει τὸ ἔλεος, καὶ τότε αἰσθάνεται ἡ καρδιὰ τὴ θεϊκὴ βοήθεια.
● Ὅταν σοῦ δοθεῖ ἐξουσία νὰ κατανοήσεις, κατανόησε, καὶ μὴ θελήσεις νὰ ψάξεις τὰ μυστήρια, ἀλλὰ προσκύνησε καὶ δοξολόγησε καὶ μὲ σιωπὴ εὐχαρίστησε.
● Τὸ νὰ πικραίνεσαι μέσα στὴ διάνοιὰ σου εἶναι μεγαλύτερη θυσία γιὰ τὸ Θεὸ ἀπὸ τὸ νὰ κάνεις ἔργα κοπιαστικὰ μὲ τὸ σῶμα σου.
● Περισσότερο ἀπ’ ὅλα ἀγάπησε τὴ σιωπή, γιατὶ αὐτὴ σὲ σιμώνει σὲ καρπό. Ἐπειδὴ ἡ γλῶσσα εἶναι ἀδύνατη, γιὰ νὰ σοῦ τὸν ἐξηγήσει.
● Γνώριζε πὼς ἂν ἔβγει ἀπὸ σένα φωτιὰ καὶ κατακάψει ἄλλους, τὶς ψυχὲς ποὺ καίονται στὴ φωτιὰ ποὺ ἔβγαλες, ὁ Θεὸς θὰ τὶς ζητήσει ἀπὸ τὰ χέρια σου.
● Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς σοφίας. Καὶ σὰν σκοτισθεῖ ἡ διάνοια, κρύβεται ἡ πίστη, καὶ μᾶς κυριεύει ὁ φόβος, καὶ κόβει τὴν ἐλπίδα μας. Ἡ πίστη ποὺ προέρχεται, τάχα, ἀπὸ τὴ μάθηση, δὲν ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια κι’ ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ἀνατέλλει μὲ τὴν σύνεση, κι’ αὐτὴ ἡ πίστη λέγεται ἐπίγνωση καὶ φανέρωση τῆς ἀλήθειας.
● Ἐκεῖνος ποὺ ἡσυχάζει κ’ ἔλαβε πεῖρα ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀποδείξεις, κι’ οὔτε εἶναι ἄρρωστη ἡ ψυχὴ του ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἀπιστίας, ὅπως παθαίνουνε ἐκεῖνοι ποὺ νοιώθουνε μέσα τους τὴν ἀμφιβολία γιὰ τὴν ἀλήθεια. Γιατί, ἡ μαρτυρία κ’ ἡ βεβαίωση τῆς διανοίας του μποροῦνε νὰ τὸν πείσουν περισσότερο ἀπὸ ἀμέτρητα λόγια, ποὺ εἶναι χωρὶς πεῖρα.
● Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶναι σὲ ὅλα του τύπος, ποὺ διδάσκει καὶ ὠφελεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν βλέπουνε, ὥστε, βλέποντας τὶς πολλὲς ἀρετὲς του ποὺ λάμπουνε σὰν ἀκτῖνες κι’ αὐτοὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς ἀλήθειας, χωρὶς νὰ τὸ θέλουνε νὰ ὁμολογήσουνε πὼς στοὺς χριστιανοὺς ὑπάρχει σίγουρη ἐλπίδα σωτηρίας, καὶ νὰ τρέχουνε σ’ αὐτὸν ἀπὸ παντοῦ, σὰν νὰ εἶναι κανένα καταφύγιο. Καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ὑψωθεῖ ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἐχθροὺς της, καὶ νὰ παρακινηθοῦνε πολλοὶ σὲ ζῆλο νὰ τὸν μοιάζουνε.
● Ἡ κατὰ Θεὸν γνώση, εἶναι Βασίλισσα ἀπάνω σὲ ὅλες τὶς ἐπιθυμίες, κ’ ἡ καρδιὰ ποὺ τὴ δέχεται, γεύεται κάποια γλυκύτητα, ποὺ δὲν τὴ φτάνουνε ὅλες μαζὶ οἱ χαρὲς τούτου τοῦ κόσμου. Γιατί, κανένα πρᾶγμα δὲν μοιάζει μὲ τὴν γλυκύτητα τῆς ἐπίγνωσης τοῦ Θεοῦ.
● Ὁ πρᾶος καὶ ταπεινόφρονας εἶναι πηγὴ τῶν μυστηρίων ἐκείνης τῆς καινούργιας κι’ ἀθάνατης ζωῆς.
● Ἡ περηφάνεια δὲν καταλαβαίνει πὼς περπατᾶ στὸ σκοτάδι καὶ δὲν γνωρίζει τὴν ἔννοιαν τῆς σοφίας. Γιατὶ πῶς νὰ μπορέσει νὰ τὴ γνωρίσει, ἀφοῦ βρίσκεται μέσα στὸ σκοτάδι; Καὶ γι’ αὐτὸ ἴσια – ἴσια, ἀπ’ τὸν σκοτισμένον λογισμὸ της θαρρεῖς πὼς βρίσκεται ἀπάνω ἀπ’ ὅλα, ἐνῶ εἶναι τιποτένια κι’ ἀνίκανη νὰ ἀξιωθεῖ τὴ θεία ἐπίγνωση, μὴ μπορῶντας νὰ μάθει τὰς ὀδοὺς τοῦ Κυρίου. Κι’ ὁ Κύριος κρύβει ἀπ’ αὐτὴ τὸ θέλημὰ του, ἐπειδὴ δὲν θέλησε νὰ πορευθεῖ στὸν δρόμο τῶν ταπεινῶν.
● Νά, ὁ οὐρανὸς βρίσκεται μέσα σου, ἂν εἶσαι καθαρός, καὶ μέσα στὸν ἑαυτὸ σου θὰ δεῖς τοὺς Ἀγγέλους μὲ τὴ φωτοχυσία τους, καὶ τὸν Δεσπότη μαζὶ τοὺς κι’ ἀπομέσα τους.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

(1895 – 1965)
ΠΗΓΗ: Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, φύλλο 95/1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1969. (Σελ. 2).
Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




