
Ἀλλά ἄς καταλάβουν ὅσοι μέ τόση ἐλαφρότητα μιλοῦν γιά Ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν, πώς ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δῶρον μυστικόν τῆς θείας παρουσίας. Δέν εἶναι κάτι πού ἀποφασίζεται σέ συνέδρια, ἀλλά κάτι πού ὑπάρχει ἤ δέν ὑπάρχει. Καμμία ἀπόφασις τῶν ἀνθρώπων δέν μπορεῖ νά ἐξαναγκάση τόν Θεό.
Ἀσφαλῶς τύποις ἡ ἕνωσις μπορεῖ νά γίνη καί νά ἀρχίσουν ὅλοι νά δηλώνουν, Προτεστάνται, Καθολικοί καί Ὀρθόδοξοι, πώς τώρα πιά εἴμαστε μιά Ἐκκλησία καί νά μνημονεύουμε ἐμεῖς τόν Πάπα Ρώμης καί ὁ Πάπας Ρώμης τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ἐάν συμφωνήσουν ὅλοι ἐπάνω σέ ἕνα «ἐλάχιστον ἀληθείας», ἐπάνω σέ ἕνα «πιστεύω» ἁπλουστευμένο, καί κανονισθοῦν καί μερικά ἄλλα ζητήματα, μπορεῖ νά γίνη ἡ ἕνωσις. Θά γίνη ἕνα σύστημα νομικῶς καί τυπικῶς ἰσχῦον, ἕνα σύστημα ὅμως πού δέν θά ἔχη καμμία σχέσι μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καί ἄν ὅλα τά ἐξωτερικά φαινόμενα τό κάνουν νά μοιάζη μέ τήν Ἐκκλησία. Ὁ «Θεός οὐ μυκτηρίζεται». Ὅταν δέν ὑπάρχουν στούς ἀνθρώπους οἱ προϋποθέσεις τῆς Παρουσίας Του, ὁ Θεός δέν ἔρχεται στούς ἀνθρώπους.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ποτέ ἕνα σύστημα ἀνθρώπινο. Ἡ Ἐκκλησία γεννήθηκε, δέν κατασκευάσθηκε. Οἱ συζητήσεις τῶν ἀνθρώπων μποροῦν νά κατασκευάσουν κάτι καί νά τοῦ δώσουν τό ὄνομα «Ἐκκλησία». Αὐτό ὅμως τό κατασκεύασμα θά εἶναι κάτι χωρίς ζωή. Ἡ ζωντανή Ἐκκλησία δέν θά ἔχη καμμία σχέσι μ’ αὐτό. Θά ὑπάρχη κάπου μακριά ἀπ’ ὅλα αὐτά τά κατασκευάσματα, ἀναλλοίωτη, γεμάτη ἀλήθεια καί φῶς, ἀνόθευτη ἀπό τό ψέμα τῶν συμβιβασμῶν, μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά φέγγη τά βήματά της καί νά τήν περιβάλλη σάν τό φῶς τοῦ ἡλίου, ὁδηγώντας την «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν».
Τό πόσοι θά εἶναι οἱ πραγματικοί Χριστιανοί δέν ἔχει καμμία σημασία, ἀκόμη καί ἄν μετροῦνται στά δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός. Αὐτοί θά εἶναι οἱ συνεχισταί τῆς Παραδόσεως, τήν ὁποῖα δέν θά τήν ἔχουν μάθει ἁπλῶς, ἀλλά θά τήν ἔχουν ζήσει καί θά τούς ἔχη γίνει βίωμα. Οἱ Χριστιανοί ζοῦνε μέσα στήν Παράδοσι σάν μέσα σ’ ἕνα στοιχεῖο, ὅπως τά ψάρια στό νερό.
Ὅσοι πραγματικά ποθοῦν τόν Θεό ἄς πάψουν νά μιλοῦν γιά ἕνωσι, τῶν «Ἐκκλησιῶν». Ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιδέχεται ἕνωσι, γιατί ποτέ δέν διεσπάσθη. Οἱ ἄνθρωποι φεύγουν ἀπ’ αὐτήν, ἔστω καί ἄν διατηροῦν πολλά ἀπό τά ἐξωτερικά γνωρίσματά της. Ὅσοι ἀγαποῦν τόν Θεό ἄς ἐπιστρέψουν στήν Ἐκκλησία καί ἄς ταπεινωθοῦν γιά νά μπορέσουν νά μποῦν, γιατί στενή εἶναι ἡ πύλη της καί γιά νά τήν περάση κανείς πρέπει νά σκύψη βαθειά.
Πηγή: τὸ βιβλίο τοῦ ΑΛΕΞ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΥ: «ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ» σελ. 40. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΑΣΤΗΡ» ΑΛ. & Ε ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1964.
Ἡ εἱκόνα τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




