
Ἡ κιβωτός
Κάποτε, ἀργά ἤ γρήγορα, κανείς δέν ξέρει πότε ἀκριβῶς, οἱ «Ἐκκλησίες» καί οἱ θρησκεῖες θά ἑνωθοῦν. Μέσα σ’ αὐτό τό χάος τῆς ψευτιᾶς θά κινδυνεύσουν νά χάσουν τόν δρόμο τους ἀκόμη καί οἱ ἐκλεκτοί. Θά εἶναι ἡ ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου.
Πότε καί πῶς θά ἔλθη ὁ Ἀντίχριστος κανείς δέν μπορεῖ νά τό πῆ, καί εἶναι ἄγνωστο πόσοι θά μπορέσουν νά τόν ἀναγνωρίσουν ὅταν θά ἔλθη. Γιατί θά ἔλθη σάν εὐεργέτης τῆς ἀνθρωπότητος. Πρός τό παρόν ἕνα πρᾶγμα μπορεῖ νά εἰπωθῆ μέ βεβαιότητα: ὅλες αὐτές οἱ κινήσεις γιά ἕνωσι στά κράτη καί στίς «Ἐκκλησίες», ὅλοι αὐτοί οἱ συμβιβασμοί, ὅλη αὐτή ἡ σχηματιζομένη ὁμοιομορφία τῆς ἀνθρωπότητος κάτω ἀπό τόν ὁδοστρωτῆρα τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι τό ἄνοιγμα τοῦ δρόμου γιά τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντίχριστου.
Ἡ ἐξέλιξις αὐτή τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι, σύμφωνα μέ τά κριτήρια τοῦ κόσμου, θαυμασία. Μέ τά χριστιανικά ὅμως κριτήρια εἶναι ἐξέλιξις πρός τήν καταστροφή.
Αὐτό δέν ἐκπλήσσει οὔτε φοβίζει τόν Χριστιανό. Ξέρει ὅτι ὁ κόσμος ἔχει αὐτοκαταδικαστῆ. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός ἀρνήθηκε νά προσευχηθῆ γιά τόν κόσμο. «Οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ». Ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου εἶναι ὁ διάβολος καί ὁ διάβολος «ἀπ’ ἀρχῆς ἦν ἀνθρωποκτόνος».
Ὁ θάνατος θά βρῆ τόν κόσμο στό ἀποκορύφωμα τῆς «δόξης» του, στό ἀποκορύφωμα τῆς οἰήσεως, στήν κορυφή τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά βρίσκεται στό ζενίθ τῆς προαιώνιας προσπαθείας του νά γίνη θεός μέ τίς ἴδιες του δυνάμεις, μακριά ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ἔλθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά βρῆ τόν ἄνθρωπο σ’ ὅλη τή δόξα τῆς ἑωσφορικῆς του μανίας.
Ὁ Θεός δέν ζητάει ἀπό τόν Χριστιανό νά σώση τόν κόσμο. Κάθε προσπάθεια νά σταματήση ὁ κόσμος τόν δρόμο πού ἔχει πάρει θά ἦταν μάταιη καί γελοία. Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα πλοῖο πού βυθίζεται, καί βυθίζεται γιατί ἡ ἴδια ἡ κατασκευή του εἶναι σαθρή. Ὁ Θεός δέν ζητάει ἀπό τόν Χριστιανό νά σώση τό πλοῖο, ἀλλά νά σώση ὅσους μπορεῖ ἀπό τούς ναυαγούς.
Ἡ νέα Κιβωτός τοῦ Νῶε, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πλέει κοντά στόν τόπο τοῦ ναυαγίου. Ὅσοι θέλουν νά γλυτώσουν ἀπό τά νερά, πρέπει νά καταφύγουν σ’ αὐτήν. Γιά νά καταφύγουν σ’ αὐτήν πρέπει νά ἐγκαταλείψουν τόν κόσμο, ὄχι τόσο τοπικῶς, ὅσο οὐσιαστικῶς. «Δι’ ὅ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε», λέγει Κύριος, «καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς». (Β’ Κορ. στ’ 17).
Ἐδῶ ὅμως ἀρχίζουν οἱ δυσκολίες. Πῶς νά ἐγκαταλείψης τόν κόσμο, ὅταν ὅλη σου ἡ ζωή εἶναι πλεγμένη μαζί του; Ἀλλά ἡ ἀπάντησις οὐ τοῦ παρόντος. Τήν βρίσκει κανείς στήν Ἁγία Γραφή καί στούς Πατέρας. Ὁλόκληρη ἐξ ἄλλου ἡ ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι ἀγῶνας γιά τήν ἔξοδο ἀπό τόν κόσμο, ἀπό τήν Αἴγυπτο αὐτή τῶν παθῶν, καί τήν καταφυγή στήν Κιβωτό τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλά ὅταν θά πλησιάζη ἡ ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου, καί αὐτή ἡ Κιβωτός τῆς Ἐκκλησίας θά εἶναι δυσδιάκριτος. Πολλοί θά λέν «ἰδού ἐδῶ ὁ Χριστός» καί «ἐκεῖ ὁ Χριστός», ἀλλά θά εἶναι ψευδοπροφῆται. Ὅ,τι θά ἀναγνωρίζεται ἐπισήμως ὡς Ἐκκλησία, ἔχοντας ἤδη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον προδώσει τούς θησαυρούς τῆς Πίστεως, θά ἔχη ἀφομοιωθῆ ἀπό τήν ἀπερίγραπτη ἑνωτική μαρμελάδα, ἡ ὁποία θά κρατάη μέ ἑωσφορική ἐξυπνάδα τά περισσότερα ἐξωτερικά γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας. Ποῦ καί ποῦ μικρές ὁμάδες πιστῶν μέ κανέναν ἱερέα θά διατηροῦν ἀκόμη ζωντανή τήν γνήσια Παράδοσι.
Ποιός ὅμως θά μπορέση νά ἀναγνωρίση σ’ αὐτές τίς μικρές, τίς πρειφρονημένες καί χωρίς καμμία κοσμική αἴγλη ὁμάδες τῶν πιστῶν, τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Καί ὅμως, στό τέλος τῶν καιρῶν, ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία θά εἶναι ἀκριβῶς αὐτές οἱ ξεχασμένες καί ἀσύνδετες μικροενορίες, πού μπορεῖ ἀκόμη καί νά ἀγνοοῦν ἡ μία τήν ὕπαρξι τῆς ἄλλης, ὅμως θά συνδέωνται μεταξύ τους μέ τόν μυστικό δεσμό τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μέ τήν κοινή Πίστι καί Παράδοσι, πού θά διατηροῦν ἀνόθευτη.
Τότε καί οἱ ἐκλεκτοί θά κινδυνεύσουν νά πλανηθοῦν. Χρειάζεται μεγάλο θάρρος γιά νά μπορέση νά συνταχθῆ κανείς μέ τούς λίγους καί νά πάη ἀντίθετα στά ρεύματα τοῦ κόσμου, μέ κίνδυνο νά γελοιοποιηθῆ ἀπό τούς «ἔξυπνους» καί νά ἀδικηθῆ ἀπό τούς δυνατούς. Χρειάζεται μεγάλη σοφία γιά νά διακρίνη κανείς τήν ἀλήθεια ἐκεῖ πού ὅλος ὁ κόσμος βλέπει τήν ἀφέλεια καί τήν ἠλιθιότητα. Ἐξ ἄλλου, ἡ παράταξις τοῦ ψεύδους θά ἔχη μέ τό μέρος της τό θαῦμα, τό θαῦμα ἐκεῖνο πού ζήτησε ὁ διάβολος ἀπό τόν Χριστό στήν ἔρημο, τά σημεῖα καί τά τέρατα τῶν ψευδοχρίστων καί τῶν ψευδοπροφητῶν. «Ἐγερθήσονται γάρ ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆται καί δώσουσι σημεῖα μεγάλα καί τέρατα, ὥστε πλανῆσαι εἰ δυνατόν καί τούς ἐκλεκτούς». (Ματθ. ΚΔ’ 24). Πόσοι θά μπορέσουν νά βροῦν τόν δρόμο τους, ὅταν ὅλοι οἱ φάροι θά οδηγούν στραβά; Τότε «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται».
Πηγή: τὸ βιβλίο τοῦ ΑΛΕΞ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΥ: «ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ» σελ. 45. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΑΣΤΗΡ» ΑΛ. & Ε ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1964.
Ἡ εἱκόνα τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




