
* Ἐγὼ δικὴ μου διδασκαλία δὲν ἔχω, ἀλλὰ τὴν κοινὴ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας. Δὲν διατύπωσα ὁποιαδήποτε ἄποψη, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ δικὸ μου δόγμα.
Μετὰ τὴν ἀφήγησὴ του τοῦ λένε·
Δὲν κοινωνεῖς μὲ τὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης;
Καὶ αὐτὸς εἶπε·
Δὲν κοινωνῶ.
Καὶ αὐτοὶ τοῦ εἶπαν·
Γιὰ ποιὰ αἰτία δὲν κοινωνεῖς;
Ἀπάντησε·
Ἐπειδὴ ἀπέρριψαν τὶς ἅγιες τέσσερες συνόδους μὲ τὰ ἐννέα κεφάλαια ποὺ διατύπωσαν στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ μὲ τὴν Ἔκθεση ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸ Σέργιο στὴν πόλη αὐτὴ καὶ μὲ τὸν Τύπο ποὺ ἐξέδωσαν στὴ συνέχεια στὴν ἕκτη ἰνδικτιώνα. Καὶ ἐκεῖνα ποὺ δογμάτισαν γιὰ τὴν Ἔκθεση, τὰ ἀκύρωσαν μὲ τὸν Τύπο, καὶ τόσες φορὲς ἀκύρωσαν οἱ ἴδιοι τὸν ἑαυτὸ τους. Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ κατακρίθηκαν ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τους καὶ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους καὶ καθαιρέθηκαν ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ στὴ σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴν ὀγδόη ἰνδικτιώνα, ποιὰ μυσταγωγία μποροῦν νὰ τελέσουν; Ἢ πιὸ Πνεῦμα ἐπιφοιτᾶ σὲ ὅσα αὐτοὶ ἐπιτελοῦν;
Καὶ τοῦ ἀπαντοῦν αὐτοί·
Μόνο ἐσὺ θὰ σωθεῖς καὶ ὅλοι θὰ χαθοῦν;
Καὶ αὐτὸς εἶπε·
Οἱ τρεῖς παῖδες, ὅταν δὲν προσκύνησαν τὴν εἰκόνα, δὲν καταδίκασαν κανένα, καὶ ἂς τὴν προσκυνοῦσαν ὅλοι οἳ ἄνθρωποι (Δαν. 3, 18). Γιατὶ δὲν πρόσεχαν τί ἔκαναν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ πῶς νὰ μὴν ἐκπέσουν οἱ ἴδιοι ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια. Ἔτσι καὶ ὁ Δανιήλ, ὅταν τὸν ἔρριξαν στὸ λάκκο μὲ τὰ λιοντάρια (Δαν. 6, 16), δὲν καταδίκασε κανένα ποὺ δὲ προσευχήθηκε στὸν Θεό, ὅπως εἶχε νομοθετήσει ὁ Δαρεῖος, ἀλλὰ κοίταξε τὸ δικὸ του συμφέρον. Καὶ προτίμησε νὰ πεθάνει, παρὰ νὰ κάνει παράπτωμα στὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν μαστιγώσει ἡ συνείδησὴ του, γιὰ παράβαση τῶν φυσικῶν νομίμων. Καὶ σ’ ἐμένα ἂς μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς νὰ καταδικάσω κάποιον ἢ νὰ πῶ, ὅτι μόνο ἐγὼ μόνο σώζομαι. Προτιμῶ νὰ πεθάνω, παρὰ νὰ ἔχω ταραχὴ στὴ συνείδησὴ μου, ὅτι μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο πλανήθηκα στὴν πίστη μου πρὸς τὸν Θεό.
ΠΗΓΗ: «ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» (Ἁγιογραφικές καὶ θεοφώτιστες μαρτυρίες Ἁγίων Πατέρων καὶ συγχρόνων ὑπερασπιστῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως καὶ πνευματικότητος) σελ. 49. ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ, 2007.
Ἡ Εἰκόνα τοῦ κειμένου, ἔχει τεθεῖ ἀπὸ τὸν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




