Τοῦ † Φώτη Κόντογλου

Μεγάλο, πολύ μεγάλο καί σπουδαῖο εἶναι ἕνα ζήτημα πού δέν τοῦ δώσανε σχεδόν καθόλου προσοχή οἱ περισσότεροι Ἕλληνες. Κι αὐτό εἶναι τό ὅτι ἀπό καιρό ἀρχίσανε κάποιοι δικοί μας κληρικοί νά θέλουν καί νά ἐπιδιώκουν νά δέσουν στενές σχέσεις μέ τούς παπικούς, πού ἐπί τόσους αἰῶνες μᾶς ρημάξανε. Γιατί, στ’ ἀληθινά, δέν ὑπάρχει πιό μεγάλος ἀντίμαχος τῆς φυλῆς μας, κι ἐπίμονος ἀντίμαχος, πού, σώνει καί καλά, θέλει νά σβήσει τήν Ὀρθοδοξία. Οἱ δεσποτάδες πού εἶπα πώς τούς ἔπιασε, ἄξαφνα κι ἀναπάντεχα, ὁ ἔρωτας μέ τούς Λατίνους, λένε πώς τό κάνουνε ἀπό «ἀγάπη». Μά αὐτό εἶναι χονδροειδεστάτη δικαιολογία καί καλά θά κάνουνε νά παρατήσουνε αὐτά τά ροσόλια τῆς «ἀγάπης», πού τήν κάνανε ρεζίλι. Ὁ διάβολος, ἅμα θελήσει νά κάνει τό πιό πονηρό παιγνίδι του, μιλᾶ, ὁ ἀλιτήριος γιά ἀγάπη. Ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστός, τό λέγει κι αὐτός κάλπικα, γιά νά ξεγελάσει. Τώρα, στά καλά καθούμενα, τούς ρασοφόρους μας στήν Πόλη, τούς ἔπιασε παροξυσμός τῆς ἀγάπης γιά τούς Ἰταλιάνους, πού στέκουνται, ὅπως πάντα, κρύοι καί περήφανοι, καί δέν γυρίζουνε νά τούς δοῦνε αὐτούς τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς», πού ὅσα τούς κάνανε ἀπό τόν καιρό τῶν Σταυροφόρων ἴσαμε τώρα, δέν τούς τἄκανε μήτε Τοῦρκος, μήτε Τάταρος, μήτε Μωχαμετᾶνος. Ἴσως κι οἱ δικοί μας νά κάνουν ἀπό παρεξηγημένη καλωσύνη.
Ὅπως εἶπα, οἱ περισσότεροι δικοί μας δέν δώσανε καμμιά σημασία σ’ αὐτές τίς φιλοπαπικές κινήσεις, πού εἶναι θάνατος γιά τό γένος μας καί πού τίς κινήσανε οἱ καταχθόνιες δυνάμεις πού πολεμᾶνε τόν Χριστό καί πού μέ τά λεπτά τούς ἀγοράζουνε ὅλους, δέν δώσανε λοιπόν καμμιά σημασία, γιατί τά θεωροῦνε τιποτένια πράγματα, ἄν δέν εἶναι κι οἱ ἴδιοι ἀγορασμένοι, ἄξια μοναχά γιά κάποιους στενοκέφαλους παλιοημερολογίτες καί φανατικούς ἀποπετρωμένους χριστιανούς. Τώρα τά μυαλά γινήκανε φαρδειά, καί καταγίνουνται μέ ἄλλα, κοσμοϊστορικά προβλήματα! «Θά καθόμαστε νά κυττάζουμε τώρα παπᾶδες κι Ὀρθοδοξίες; Μά αὐτούς δέν τούς μέλει κι ἄν ἐξαφανισθεῖ ἀπό τόν κόσμο κάθε ἑλληνικό πρᾶγμα. Καί θά ἐξαφανισθεῖ ὄχι τόσο εὔκολα μέ τόν ἀμερικανισμό πού πάθαμε, ὅσο ἄν γίνουμε στή θρησκεία παπικοί. Γιατί γι’ αὐτοῦ πᾶμε. Παπική Ἑλλάδα θά πεῖ ἐξαφάνιση τῆς Ἑλλάδας. Νά γιατί εἶπα πώς εἶναι πολύ σπουδαῖο ζήτημα αὐτές οἱ ἐρωτοτροπίες πού ἀρχίσανε κάποιοι κληρικοί δικοί μας μέ τούς παπικούς, κι ἡ αἰτία εἶναι τό ὅτι δέν νοιώσανε τί εἶναι Ὀρθοδοξία ὁλότελα, μ’ ὅλο πού εἶναι δεσποτάδες.
Τό κακό εἶναι πώς ὁ λαός δέν πῆρε, καλά – καλά, εἴδηση γιά τή συνωμοσία. Ποιός νά τόν πληροφορήσει ἀφοῦ οἱ γραμματισμένοι τά θεωροῦνε αὐτά τά πράματα ἀνάξια γιά τή μοντέρνα σοφία τους, καί τρέχουν σημαιοφόροι σέ κάθε νεωτερισμό;
Ἀπό τότε πού ἀρχίσανε οἱ λυκοφιλίες ἀνάμεσα στούς δικούς μας καί στούς παπικούς (καί σημείωσε πώς οἱ δικοί μας φαγωθήκανε πρῶτοι νά πιάσουνε σχέση μέ τούς Λατίνους σάν νά πήρανε ἀπό κάπου διαταγή, κι ὁλοένα μιλᾶνε γιά «τόν διάλογον» μαζί τους, δίχως νά ξέρουνε καλά – καλά τί λένε), ἀπό τότε λοιπόν, ἀκοῦμε, κάθε τόσο, κάτι πράγματα θεατρικά, ἄνοστα, ἀνόητα, δίχως καμμιά σοβαρότητα, ὅπως εἶναι ἡ λεγόμενη «Διάσκεψις τῆς Ρόδου», τά νέα παρεκκλήσια τοῦ Βατικανοῦ, κ.τ.λ. Στή Ρόδο πήγανε οἱ δικοί μας μέ σκοπό νά πουλήσουν τήν Ὀρθοδοξία, γιατί γι’ αὐτούς εἶναι καθυστερημένη μορφή τοῦ Χριστιανισμοῦ, δηλ. ἕνας βλάχικος χριστιανισμός, καί ν’ ἀρχίσουν τόν «διάλογον», πού νά τόν πάρει ἡ εὐχή αὐτόν τόν «διάλογον». Καί τί κάνανε; Τίποτα! Λόγια πολλά καί χαμένα, πού νά ντρέπεται κι ὁ τελευταῖος Ἕλληνας Ὀρθόδοξος.
Προχθές πάλι μάθαμε πώς ὁ Πάπας ἐγκαινίασε ἕνα νέο παρεκκλήσιο στό Βατικανό καί ἔβαλε γιά εἰκόνες (μή χειρότερα!) τίς φωτογραφίες τοῦ Πάπα καί τοῦ Ἀθηναγόρα, «ὁ ὁποῖος ἵσταται ὄπισθεν τοῦ Ποντίφηκος»! Φαντασθεῖτε παρεκκλήσιο μέ φωτογραφίες (τί ἀκαλαίσθητα πράγματα!). Ὁ Πάπας λοιπόν θά προσεύχεται μπροστά στίς δικές του φωτογραφίες! Δηλαδή τρελλάθηκαν οἱ ἄνθρωποι! Αὐτά δέν τά κάνανε μήτε οἱ ἀραπάδες τῆς Ἀφρικῆς. Συλλογίζομαι πόση σοβαρότητα ἔχουν οἱ Μουσουλμᾶνοι στή θρησκεία τους, καί ποῦ καταντήσανε τή θρησκεία τοῦ Χριστοῦ αὐτοί οἱ ἀθεόφοβοι Ἰταλιάνοι, πού προσκυνᾶνε ἀγάλματα τῆς Παναγιᾶς μέ κοκκινάδια, μέ σκουλαρίκια καί μέ δαχτυλίδια. Κι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, πού φυλάξαμε τό βαθύ μυστήριο τῆς εὐσέβειας, τώρα, στά καλά καθούμενα, πᾶμε νά γίνουμε ἕνα μ’ αὐτούς πού γελοιοποιήσανε τόν Χριστό ὅσο κανένας ἄθεος.
Ἀλλά, ἀπό ποῦ νά πιάσει κανένας καί ποῦ νά τελειώσει; Ὅσοι ἤτανε ἕως τώρα ἀδιάφοροι γιά τή θρησκεία καί γιά τήν Ἐκκλησία, καί πού πολλοί ἀπ’ αὐτούς τίς περιπαίζανε μάλιστα, ὅλοι αὐτοί γινήκανε ἔξαφνα παπόφιλοι, καί μασᾶνε σάν μαστίχι τήν ψεύτικη λέξη «ἀγάπη». Μεγαλύτερο ρεζιλίκι δέν ἔγινε. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι πού εἴμαστε κολλημένοι ἀπό νεότητος στήν Ἐκκλησία μας, εἴμαστε στενοκέφαλοι, μοχθηροί, γυμνοί ἀπό ἀγάπη κι ἀπό ἀληθινή εὐσέβεια. Ἡ μόδα εἶναι τώρα νά φαίνεσαι ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας, πού ἔνοιωσε τά «αἰτήματά της».
Σέ καιρό λοιπόν πού κάνουνε οἱ δικοί μας αὐτές τίς ὕποπτες ἐρωτοτροπίες μέ τόν Πάπα, ἔρχουνται ἀπό τήν ἐπικράτειά του, ἀπό τή Δύση, πολλές ψυχές πού ἔχουν ἀπελπισθεῖ ἀπό τήν ψευτιά τοῦ παπισμοῦ, καί διψοῦνε ν’ ἀπογευτοῦνε τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Πολλοί ἀπ’ αὐτούς βαφτίζονται Ὀρθόδοξοι.
Δῶστε προσοχή στά παρακάτω: Σήμερα, μέ τή μόδα τοῦ φιλοπαπισμοῦ, ὅλοι οἱ Ἕλληνες, πού εἶναι βαφτισμένοι Ὀρθόδοξοι, καί ζοῦνε στό Παρίσι, ὅλοι εἶναι μέ τόν Πάπα καί μέ τόν Ἀθηναγόρα. Ἐγώ ντρέπουμαι! Ἕλληνες παπόδουλοι!
Μονάχα κάποιοι ντόπιοι Γάλλοι, πού φωτισθήκανε καί βαφτισθήκανε Ὀρθόδοξοι, μοναχά αὐτοί εἶναι ἀντιπαπικοί. Ὦ μυστήρια ἀπίστευτα!
Ἕνας ἀπ’ αὐτούς εἶναι ὁ Olivier Clement, νέος ἄνθρωπος, σπουδασμένος ὅσο κανένας, μπουχτισμένος ἀπό τίς χίλιες φιλοσοφίες καί θεωρίες. Στό τέλος, βρῆκε τό λιμάνι καί κεῖ ἡσύχασε ἀπό ὅλη αὐτή τήν πνευματική ἀνεμοζάλη. Πίστη ἀσάλευτη στήν Ὀρθοδοξία, πού ἐμεῖς οἱ προκομμένοι τήν πήραμε κληρονομιά καί τήν πουλᾶμε «ἀντί πινακίου φακῆς» καί ἀσπασμοῦ τῆς παντόφλας τοῦ Πάπα! Μά σέ τέτοιο σημεῖο ἐκφυλισθήκαμε; Αἰτία εἶναι ἡ ἔμφυτη ματαιοδοξία μας, πού μᾶς κάνει νά θέλουμε νά φαινόμαστε ἔξυπνοι συγχρονισμένοι, προοδευτικοί, κι ὄχι καθυστερημένοι. Μέ τή συναίσθηση τῆς κατωτερότητας πού ἀποχτήσαμε, φοβόμαστε σάν τόν διάβολο μήπως μᾶς ποῦνε «παλιά μυαλά, παλιοημερολογίτες, καθυστερημένους». Καί τρέχουμε νά πᾶμε πρῶτοι σέ κάθε κίνηση πού περνᾶ γιά «μοντέρνα», θέλεις μίμηση τῆς «ἀφηρημένης ζωγραφικῆς», θέλεις ἀκαταλαβίστικες «λογοτεχνίες» (καημένη λογοτεχνία, πού κατάντησες!), θές φιλοπαπισμός, θές ἀμερικανισμός, στά πάντα, στά ντυσίματά μας (πρό πάντων τῆς νεολαίας), στόν τρόπο πού μιλᾶμε καί σκεπτόμαστε, ἀκόμα καί στίς χειρονομίες. Δηλαδή, καταντήσαμε μαϊμοῦδες τοῦ ἀνθρωπίνου γένους «ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καί τῆς θαυμάσιας ἐποχῆς μας».
Ὁ Olivier Clement βγάζει κι ἕνα λαμπρό περιοδικό, τό «Contacts, Revue Francaise de L’ Orthodoxie», καί σ’ αὐτό εἶναι συνεργάτες μεγάλοι θεολόγοι Ὀρθόδοξοι, ἀληθινά Ὀρθόδοξοι, ὄχι σάν κάποιους δικούς μας πού θέλουν «ἐξευρωπαϊσμένην Ὀρθοδοξίαν», δηλαδή «Ἀνορθοδοξίαν».
Ἀνάμεσα στούς συνεργάτες τοῦ «Contacts», ἤτανε κι ὁ εὐλαβέστατος καί κορυφαῖος θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκυ, ὁ σπουδαῖος Λέων Ζάντερ, ὁ λαμπρός Παῦλος Εὐδοκίμωφ, ὁ ἀρχιμανδρίτης Lev Gillet, ὁ Βόρις Μπρομπρίνσκυ, ὁ ἀρχιμανδρίτης Σιλουανός, ὁ ἴδιος ὁ Olivier Clement, ὁ Ἰωάννης Φίλιππος Ramseger, ὁ Θεόδωρος Strotmann, ἄνθρωποι ἀπό κάθε φυλή, πού βρήκανε πνευματικό καταφύγιο στήν Ὀρθοδοξία (δηλαδή στήν ἀπαραμόρφωτη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ), εὐλαβέστατοι, ταπεινοί, ἀξιαγάπητοι καί πλήρεις ἀγάπης, γεμᾶτοι ἀπό θεῖα σοφία, πολλοί ἀπ’ αὐτούς κι ἀπό τήν κοσμική σοφία, πού τήν ἀφήσανε ὄχι μοναχά σάν ἀχρείαστη, ἀλλά καί βλαβερή.
Ἐμεῖς ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι, δηλαδή οἱ θεολόγοι μας πού θά μεταδώσουν τήν ὀρθόδοξο πίστη στούς σπουδαστές, προσκολληθήκαμε στή γερμανική θεολογία, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό ἕνα ψεύτικο κατασκεύασμα ἀπό φιλοσοφία κι ἀπό θεολογία (ἄς ποῦμε θεολογία). Λοιπόν δέν πᾶμε στούς Ὀρθόδοξους, σάν κι αὐτούς πού εἴπαμε, πού εἶναι «πλήρεις θείας σοφίας καί χάριτος» καί πού τραβήξανε στήν Ὀρθοδοξία πολύν κόσμο τῆς Εὐρώπης, ἴσια – ἴσια ἐπειδή εἶναι Ὀρθόδοξοι, κι ἐμεῖς περιφρονοῦμε τήν Ὀρθοδοξία, σάν μιά ἀναχρονιστική θρησκεία, ἀλλά πᾶμε στούς προτεστάντες, γιατί ἔχουνε τόν «φιλοσοφικό χριστιανισμό», ἀδιάφορο ἄν ὁ Χριστός εἶπε πώς ἦρθε νά μᾶς γλυτώση ἀπό τή φαγάνα τῆς φιλοσοφίας κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος τήν ὀνομάζει «κενήν ἀπάτην», «ἀδειανή ψευτιά». Ἡ συνήθεια νά πηγαίνουν οἱ θεολόγοι μας νά σπουδάζουν στή Γερμανία ἄρχισε ἀπό κεῖνον τόν ἀσεβέστατο Θεόκλητο Φαρμακίδη, πού εἶχε γίνει σιχαμερό ὄργανο τῶν Βαυαρῶν, πού θέλανε νά μᾶς κάνουνε παπικούς ἤ προτεστάντες. Ἀπό τότε ἔγινε πιά σύστημα. Κι ὅσοι θεολόγοι πᾶνε στή Γερμανία, δέν γνωρίζουν, οἱ δυστυχισμένοι, τί εἶναι ἡ ἀληθινή Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ κι ἀπό δῶ διδαχθήκανε τήν «προτεσταντική Ὀρθοδοξία». Ἀλλοιῶς, ἄν εἴχανε γνώση τί βαθύ καί θεόσταλτο πρᾶγμα εἶναι ἡ πίστη μας ἡ ὀρθόδοξη, θά καταλαβαίνανε πώς δέν ἔχουνε ἀνάγκη μήτε ἀπό τούς «ἐπιστήμονας θεολόγους», κι οὔτε ἴσως κι ἀπό τούς «Ὀρθόδοξους τῆς Εὐρώπης», πού εἴπαμε, μέ ὅλη τήν πνευματική σοφία πού ἔχουνε, παρά μοναχά γιά νά γίνουν πιό στερεοί στήν πίστη τους. Ἐξ ἄλλου, ὅλοι αὐτοί οἱ σοφοί κατά Χριστόν ἄνθρωποι, ἀπό τούς Πατέρας τῆς δικῆς μας Ἐκκλησίας παίρνουν τή σοφία τους, ἐκεῖνοι εἶναι γι’ αὐτούς ἡ ζωοδόχος πηγή, κι ἀπό τό νερό της, πού εἶναι δροσερό στόν αἰῶνα, βγάζουν καί πίνουν, κατά τόν λόγο πού φωνάζει μέ ἐνθουσιασμό ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου».
Ἄλλος ἕνας Γάλλος, ἀκόμα πιστός, βράχος τῆς Ὀρθοδοξίας, εἶναι ὁ Ἠλίας Ρουάρτ. Λεγότανε πρίν Ἐντγκάρ, καί σάν βαφτίσθηκε ὀρθόδοξος, ὀνομάσθηκε Ἠλίας. Τ’ ὄνομά του τό γράφει ἑλληνικά, ὅπως γράφει συχνά ἑλληνικά ρητά τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἤ τροπάρια. Ἔμαθε κάμποσο τά ἑλληνικά, καί μέ τόν πόθο πού ἔχει, θά τά μάθει καλά, τά σημερινά καί τά ἀρχαῖα. Ἀγαπᾶ πολύ τόν Προφήτη Ἠλία, πού εἶναι ὅλο φωτιά, καθώς καί τήν Παναγία.
Αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού γεννήθηκε κατόλικος ἀπό κατόλικους, γενεές – γενεές, ζητοῦσε μέ ἁγνότητα τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, πού δέν τήν εἶχε βρεῖ στόν παπισμό καθόλου, ἀλλά εἶχε βρεῖ ψευτιά καί σιχαμερή παραμόρφωση. Ζητώντας λοιπόν μέ πόθο νά βρεῖ τήν καθαρή πηγή «τοῦ ζῶντος ὕδατος», πλησίασε καί τήν Ὀρθοδοξία, καί σάν εἶδε πώς βρῆκε ἐκεῖνο ποῦ ζητοῦσε, φυλαγμένο καλά ἀπό αἰῶνες μέσα σ’ αὐτή τήν ἱερή Κιβωτό, ἔκλαψε ἀπό εὐγνωμοσύνη καί εὐχαρίστησε τόν Κύριο πού τόν ὡδήγησε κοντά του, καί δέν παύει ἴσαμε τώρα νά τόν εὐχαριστεῖ. Αὐτή ἡ κατάσταση σ’ αὐτόν δέν στάθηκε ἕνας περαστικός ἐνθουσιασμός, ὅπως σέ ἄλλους, ἀλλά ἔγινε ζωή του κι ἀναπνοή του: «Ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ ζῇ καί κινεῖται καί ἐστιν».
Ἀπό χρόνια γνωρίσθηκε μέ τόν Ἀλέξανδρο Καλόμοιρο, αὐτόν τόν λαμπρό νέο γιατρό, πού ἔγραψε πολλά θρησκευτικά ἄρθρα καί πρό πάντων ἐκεῖνο τό μοναδικό «Κατά Ἑνωτικῶν». Ἀπό τότε κρατᾶ ἀλληλογραφία μαζί του, καί τόν ἔχει σάν πνευματικόν ὁδηγό. Συχνά γράφει καί σέ μένα, καί πάντα τά γράμματά του εἶναι γεμᾶτα ἀπό ἐνθουσιασμό γιά τήν Ὀρθοδοξία. Πρό χρόνια εἶχε ἔρθει στήν Ἑλλάδα καί τόν γνώρισα κι ἀπό κοντά. Ἀσυνήθιστος τύπος καί πολύ συμπαθητικός. Μεγαλόσωμος, μέ γερό κορμί, δίχως προσοχή στό ντύσιμό του, μ’ ἕνα πουκάμισο, ἴδιος θαλασσινός τοῦ παλιοῦ καιροῦ, μέ πυκνά γένεια στό στρογγυλό πρόσωπό του, μέ ἔμορφα γαλανά μάτια, μέ μιά ἀθώα ἔκφραση ποῦ εἶναι ἡ ἴδια ἡ εἰλικρίνεια κι ἡ καλωσύνη. Πῆρε μιά γυναῖκα ὀρθόδοξη, τή Θάμαρ, πού εἶναι πιστή σάν κι αὐτόν. Αὐτός εἶναι ὁ Ἠλίας, ὁ ζηλωτής, «τῷ πνεύματι ζέων», «πού βράζει τό πνεῦμα του».
Τόν καιρό πού ἦρθε στήν Ἑλλάδα, πήγαμε μαζί σέ ἑσπερινούς, σέ λειτουργίες, σέ χωριά καί ρημοκκλήσια, σέ ἀγρυπνίες, ἔτσι γνώρισε ἀπό κοντά τήν Ὀρθοδοξία κι ἔγινε «οὐχί μαθών, ἀλλά παθών τήν Ὀρθοδοξίαν». Γνώρισε κι ἀγάπησε καί τούς ἁπλούς καί εὐλαβεῖς ἀνθρώπους μας, ἄντρες καί γυναῖκες. Ὕστερα πῆγε στό μοναστήρι τῆς Λογγοβάρδας καί φίλησε μέ δάκρυα τά χέρια τοῦ ἡγουμένου γέροντα Φιλοθέου. Κατόπι ἔφυγε γιά τό Ἅγιον Ὄρος καί κάθησε ἐκεῖ κάμποσο, μήν ἀφήνοντας ἑσπερινό, δέηση, ἀγρυπνία, λειτουργία. Σάν γύρισε πίσω στή Γαλλία, μοὔγραψε σ’ ἕνα γράμμα του: «Μέ κατάνυξη ἐνθυμοῦμαι πάντοτε τάς προσευχάς μας εἰς ἐρημοκκλήσια, μαζί μέ τόν ἑλληνικόν λαόν, πού εἶναι τόσον ἀξιαγάπητος καί τόσον πιστός. Ἐπίσης τήν γονυκλισίαν καί τήν προσευχήν μου, ἔμπροσθεν τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, καθώς καί τήν ἀνάβασιν εἰς τήν κορυφήν τοῦ Ἄθωνος, ὅπου προσευχήθημεν τήν νύκτα. Ἠμπορῶ ν’ ἀποθάνω τώρα πού ἀνέβηκα ἐκεῖ ἐπάνω. Θλίβομαι διότι ἐπανῆλθα ἐδῶ. Νοσταλγῶ τήν Ἑλλάδα τήν γῆν τῆς Ὀρθοδοξίας.
Σᾶς ἀντιγράφω μιά προσευχή πρός τήν Παναγία τοῦ ὑμνωδοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ἀνέκδοτη, πού μοῦ τήν ἔδωσε ἕνας μοναχός τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων (ὁ Ρουάρτ τήν εἶχε γράψει ἑλληνικά): «Χαίρεις μετά Θεόν ἡ Θεός, – τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα, – ἀμέσως ἐκδεχομένη τήν ἐκ Θεοῦ δωρεάν, – τό πλήρωμα ὅλων, καί εἰς ἅπαντας, – Ἀγγέλους, ἀνθρώπους τε τοῦτο διαπορεύουσα, – Πατρός ἡ Νύμφη, τοῦ Υἱοῦ Μήτηρ ἄσπιλος, – καί τοῦ Πνεύματος ναός ἅγιος, πάμφωτος. – Τέλος τό σκοπιμότατον καί ὕστερον Πάναγνε, – δημιουργίας ἁπάσης, δι’ ὧν ὁ κόσμος ἐγένετο, – καί Σοῦ τῇ γεννήσει ἡ αἰώνιος τοῦ Κτίστου Βουλή πεπλήρωται». Αὐτό τό τροπάρι τό λέει ἑλληνικά δύο τρεῖς φορές τή μέρα. Κατόπι μοῦ γράφει: «Ἐάν ἔχετε μίαν φωτογραφία τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας, σᾶς παρακαλῶ νά μοῦ τή στείλετε. Προσεύχου δι’ ἐμέ, ἀδελφέ μου ἐν Χριστῷ, καί ἔσο εὐλογημένος». Τοῦ ἔστειλα τή φωτογραφία καί τήν κορνίζωσε καί τήν ἔβαλε στό εἰκονοστάσι του, ὅπου ἔχει καί τόν Προφήτη Ἠλία πού τοῦ ζωγράφισα. Στό τέλος μοὔγραφε: «Ὁ Ἀλέξανδρος Καλόμοιρος μοῦ γράφει τακτικά, εἶναι ὁ καλύτερος φίλος μας (ἐννοοῦσε καί τή γυναῖκα του). Εἶναι ὁ διδάσκαλός μας. Εἶναι ὁ πολεμιστής τοῦ Χριστοῦ».
Ὁ πατέρας του εἶχε μεγάλη περιουσία, μά κατόπι τήν ἔχασε τήν περισσότερη, τοῦ ἀπόμειναν ὅμως κάμποσα. Τόν Ἠλία τόν εἶχε ἀποκληρώσει, ἐπειδή βαπτίστηκε Ὀρθόδοξος. Ὁ Ἠλίας δέν παραπονέθηκε, ἀλλά χάρηκε μάλιστα ἐπειδή ἔγινε φτωχός γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Σ’ ἕνα γράμμα του, πέρυσι τό καλοκαίρι, μοὔγραφε: «Σᾶς ἀναγγέλλω τόν θάνατον τοῦ πατρός μου Λουδοβίκου Ρουάρτ, εἰς ἡλικίαν 89 ἐτῶν, συμβάντα τήν 28ην Ἰουνίου 1964. Πρό ἑνός μηνός μᾶς προσεκάλεσε, τή Θάμαρ καί ἐμέ, καί ἠθέλησε νά κάμωμεν εἰρήνην (νά συγχωρηθοῦμεν). Μᾶς εἶπε: «Ἐγίνατε πάλιν καθολικοί;». Τοῦ ἀπάντησα: «Εἴμεθα Καθολικοί Ὀρθόδοξοι». Εἶπε: «Αὐτό εἶναι ἀντίφασις (contradiction)». Τοῦ εἶπα: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μυστηριακή καί ὄχι διοικητική (L’ Eglise est sacramentale et pas administrative)». Τότε ἠρέμησε καί εἶπε: «Θά κάμωμεν εἰρήνην». Ἔπειτα πρόσθεσε: «Τί κάνεις;», ἐννοῶν τή δουλειά μου. Τοῦ εἶπα «Ἡ σκέψις σου ἄς εἶναι εἰς τόν Θεόν, αὐτό μόνον ἔχει ἀξίαν». Τόν ἐκάλυψεν ἡ εἰρήνη. Ἔπειτα ἐβγήκαμεν ἀπό τό δωμάτιόν του. Ἀπέθανε μετά ἕνα μῆνα, λυπημένος διότι μᾶς ἐταλαιπώρησε. Χάρις σ’ ἐμᾶς, τούς ἀναξίους, ἀνασηκώθηκε μία γωνία τοῦ παραπετάσματος καί ἐννόησε τήν πλάνην του καί ἐγαλήνευσεν. Εἴθε ὁ Χριστός Παντοκράτωρ νά τόν ἀναπαύση ἐν εἰρήνῃ. Ἀμήν. Ὁ πατέρας μου στήν ἀρχή εἶχε συντάξει τήν διαθήκην του ἐναντίον μου (ἀποκληρώνοντάς τον). Ὀκτώ ἡμέρας μετά τόν θάνατόν του, ἔμαθα ὅτι τήν εἶχε ἀναιρέσει. Χωρίς νά τό γνωρίζωμεν καί χωρίς νά κάμωμεν καμμίαν ἐνέργειαν, βρεθήκαμε κάτοχοι μιᾶς σημαντικῆς περιουσίας. «Γενηθήτω τό θέλημά του» (ἑλληνικά γραμμένο). Ἄν θέλη ὁ Θεός, θά φύγουμε ἀπό τή Γαλλία. Θέλουμε νά κάνουμε μία δωρεάν εἰς μίαν ἑλληνικήν Μονήν. Καί ἔπειτα νά ὑπηρετήσουμε τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὁποίαν σήμερον ὑπερασπίζουν οἱ Ἕλληνες. Θέλομεν νά τυπώσουμε εἰς τά γαλλικά τό βιβλίον τοῦ Ἀλεξάνδρου «Κατά Ἑνωτικῶν» (περίπου 1000 δολλάρια). Ἔπειτα θά ἰδοῦμεν. Ἔχομεν ἕνα – δύο ἔτη μπροστά μας, διότι οἱ συμβολαιογράφοι δέν βιάζονται. Ἴσως νά ἠμπορέσω νά λάβω μίαν προκαταβολήν καί νά κάμω τό ταξίδι σέ σᾶς.
«Μέ ὅλην τήν καρδιά μου εἶμαι μαζί σας (ἐννοεῖ στόν ἀντιπαπικόν ἀγῶνα), μαζί μέ τούς ὑπερηφάνους Ἕλληνας, πού βαστοῦν τόν πυρσόν τοῦ Χριστοῦ (le flambeau du Christ), χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς μασονικές ἀνεξικακίες, χωρίς οὑμανιστικούς γλυκασμούς. Εἴθε ἡ Παναγία νά μᾶς προστατεύση ὅλους κάτω ἀπό τήν ἀγάπην τοῦ Υἱοῦ της. Εἴθε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ καί ὁ Προφήτης Ἠλίας νά μᾶς προφυλάξουν ἀπό τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Εἴθε ὁ ἅγιος Φώτιος νά μᾶς διδάξη νά ὑπομείνωμεν τάς ὕβρεις, καί νά μείνωμεν ἀδιάλλακτοι. Εἴθε ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι εἰς ἡμᾶς πλέον δυνατή, παρά ἡ ἀγάπη πρός τόν ἑαυτόν μας, καί εἰς τάς καλάς καί εἰς τάς κακάς περιστάσεις. Ἄς προφυλαχθῶμεν, καί εἰς τάς μέν καί εἰς τάς δέ, ἀπό τήν ἀλαζονείαν καί ἀπό τήν ἐπιτηδειότητα, καί ἄς μή λησμονῶμεν τούς πτωχούς τοῦ Χριστοῦ καί τάς ἁγίας Μονάς του. Ἀμήν.»
Λοιπόν, ἐσύ Ἕλληνα, πού διαβάζεις αὐτά τά παράδοξα, ἄν βέβαια νοιώθεις πώς δέν λέμε λόγια «καλογερίσια», ἀλλά πώς μιλοῦμε γιά κάποια πράγματα πού εἶναι πολύ σοβαρά γιά τή θρησκεία μας καί γιά τή φυλή μας, ὅπως εἶπα στήν ἀρχή, κάθισε καί συλλογίσου κάμποσο ἀπάνω σ’ αὐτά.
Νά ἕνας ξένος, ἕνας Φραντσέζος, πού δέν μᾶς δίνει μόνο μαθήματα μέ τήν πίστη του στήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά πού μᾶς κάνει νά ντρεπόμαστε γιά τούς περισσότερους ἀπό μᾶς, προπάντων γιά τούς λεγόμενους μορφωμένους», πού ὅλο μέ κάτι φτηνές ἐξυπνάδες τά περιπαίζουν ὅλα, κι ὁλοένα σάν παπαγάλοι μιλᾶνε γιά τίς ἀνοησίες «τῆς ἐποχῆς μας», μόνο καί μόνο γιά νά φανοῦν συγχρονισμένοι, «μοντέρνοι», Εὐρωπαῖοι κι Ἀμερικᾶνοι. Οἱ τέτοιοι ἄς ἀντικρύσουν αὐτόν τόν ξένο, τόν Ρουάρτ, κι ἄς ντραποῦν.
Μά τί νά καταλάβουν ἀπ’ αὐτά πού λέγει; Μέ τίς ἐξυπνάδες τῆς ταβέρνας τί σχέση ἔχουν τά βαθειά μυστήρια πού ἔχει νοιώσει αὐτός ὁ βλογημένος ἄνθρωπος; Πόσοι ἀπό μᾶς τούς Ἕλληνες Ὀρθόδοξους ἔχουμε μέσα στά στήθια μας τέτοια φωτιά, τέτοια γνώση καί τέτοια πίστη, πού νά θυσιάζουμε καί τό ὑστέρημά μας γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη, ὅπως κάνει αὐτός ὁ Γάλλος, πού οἱ πατεράδες του ἤτανε ἀπό αἰῶνες παπικοί, καί πού ὅ,τι ἔχει τό δίνει γιά νά τυπωθεῖ στά γαλλικά τό «Κατά Ἑνωτικῶν», δηλαδή τό βιβλίο πού ξεθεμελιώνει τόν παπισμό καί τόν πετᾶ στόν ἀγέρα; Γιά συλλογίσου το. Ἐκεῖνος πού γεννήθηκε κατόλικος, νἄχει τέτοιον ἁγιασμένον πόθο νά ἐξοντωθεῖ ἡ ψευτιά τοῦ παπισμοῦ! Μυστήριο ἀπίστευτο! Οἱ περισσότεροι δικοί μας δέν τό χώνεψαν αὐτό τό βιβλίο, ἐπειδή χτυπᾶ τόν Μέγαν Πάπαν, τήν «καινούρια ἀγάπη μας», αὐτόν τόν σατανᾶ πού χάλασε τόν Χριστιανισμό, καί μισεῖ τήν Ἑλλάδα γιατί εἶναι Ὀρθόδοξη, καί τήν ἔχει ψήσει ἐπί αἰῶνες ἀπάνω στή σκάρα! Ὦ, ναί! Χάθηκε ἡ ντροπή ἀπό μᾶς!
Ὁ Ρουάρτ μιλᾶ ἀκόμα μέ ἐνθουσιασμό γιά τόν ἅγιο Φώτιο, καί τόν παρακαλεῖ νά μᾶς δίνει τήν ὑπομονή πού εἶχε ὁ ἴδιος στούς πειρασμούς. Τόν Φώτιο τόν Πατριάρχη, πού τόν μισοῦνε οἱ Λατῖνοι ὅσο κανέναν ἅγιο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὅποιος λοιπόν καταλαβαίνει τί μαθήματα μποροῦμε νά πάρουμε ἀπό αὐτά πού γραφήκανε παραπάνω, καί δέν εἶναι φλομωμένος ἀπό τή ψευτιά πού μᾶς πνίγει, ἄς τά πάρει.
Ἄς κυττάξει καλά κι ἄς βεβαιωθεῖ πώς σέ ὅσα διάβασε παραπάνω «οὐδέν ἐν αὐτοῖς σκολιόν οὐδέ στραγγαλιῶδες. Πάντα ἐνώπια τοῖς συνιοῦσι καί ὀρθά τοῖς εὑρίσκουσι γνῶσιν».

(1895 – 1965)
ΠΗΓΗ: ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΕΡΓΑ–ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ, ΗΓΟΥΝ Κείμενα γύρω ἀπό τίς ἀθάνατες ἀξίες τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς. σέλ. 51, ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1973.
Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




