† Φωτίου Κόντογλου

Ἔγραφε κάποτε ὁ μακαριστός Κύρ Φώτης. «Στόν καιρό μας βγήκανε πολλές νέες θρησκεῖες, θρησκεῖες πού τίς πρεσβεύουνε οἱ ἄπιστοι κ’ οἱ ἄθεοι. Μιά ἀπ’ αὐτές εἶναι καί ὁ τουρισμός, πού τόν γέννησε ἡ κούφια καί χασομέρικη περιέργεια τοῦ ἀνθρώπου, πού θέλει νά σκαλίζη καί νά μαθαίνη, χωρίς νά δίνη καμμιά σημασία σ’ ἐκεῖνο, πού βλέπει κι’ ἀκούει. Οἱ περισσότεροι τουρίστες βαρυοῦνται τή ζωή τους, χωρίς νά σκοτίζουνται μήτε γιά τά μνημεῖα, μήτε γιά ἱστορικά, πού τούς λένε οἱ ξεναγοί, πού μοιάζουνε σάν νά περιποιοῦνται σ’ ἕνα τραπέζι κάποιους ἀνθρώπους, πού ἔχουνε ἀνορεξία. Ὅσα λένε, ἀπό τὂνα τ’ αὐτί τους μπαίνουν κι ἀπό τἄλλο βγαίνουν.
Ὡστόσο, ποιός ἔχει τό θάρρος νά μιλήση μέ ἀσέβεια γι’ αὐτή τήν καινούργια θεότητα, τήν τουριστική ψυχαγωγία, πού φέρνει μαζί της καί πολλά προικιά; Γιατί, στήν ἐποχή μας, εἶναι ἱερά καί ὅσια ὅσα πράγματα φέρνουν λεφτά. Ποῦ νά τολμήσης νά πῆς τίποτε γι’ αὐτά! Ἔβρισες τόν Μωάμεθ, ἔβρισες τόν Μαμωνᾶ.
Καί δέν ἔφταξε τό ὅτι ὁ τουρισμός γέμισε τά μνημεῖα ἀπό ἕνα πλῆθος ἀπό ἀνθρώπους κάθε φυλῆς, πού χαζεύουνε μ’ ἕνα φυλλάδιο στό χέρι καί μέ μιά φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στόν ὦμο τους, δέν ἔφταξε τό ὅτι κάθε ἐρημικό βουνό, πού ἔχει ἀπάνω του δύο κατατσακισμένες κολόνες, εἴτε ἕνα σκαλιστό μάρμαρο, δέν ἔφταξε τό ὅτι δέν ἀπόμεινε κανένα μυστήριο τοῦ ἀρχαίου κόσμου κρυμμένο, μήτε τάφος πού νά μήν ἀνοίχθηκε γιά νά κυττάξουνε μέσα οἱ νυσταμένοι περιηγητές, ἀλλά μπαίνουνε καί μέσα στίς Ἐκκλησίες καί στά ρημοκκλήσια πού τά προσκυνᾶ ὁ λαός μας, καί στέκουνται δίχως νά κάνουνε τόν σταυρό τους, μέ τά χέρια πίσω, ἀδιάφοροι οἱ δυστυχεῖς κι’ ἀνύποπτοι γιά τό ποῦ πατᾶνε καί ποῦ βρίσκονται.
Ὁ τουρισμός τά ἐξουσίασε ὅλα. Μπροστά στήν ἀφεντιά του ἀνοίξανε ὅλες οἱ πόρτες, γιά νά τόν ὑποδεχτοῦνε, καστρόπορτες ἄπαρτες ἀπό πολεμάρχους, μοναστηρόπορτες χιλιαμπαρωμένες, κελλιά, καί σπηλιές καί ἐρημητήρια πού ζήσανε κρυμμένοι κάποιοι ἁγιασμένοι ἄνθρωποι. Βγήκανε στά φανερά ἅγιες Τράπεζες, ἀρτοφόρια, δισκοπότηρα, λειψανοθῆκες, μέ ἅγια λείψανα, γιά νά τά δοῦνε οἱ περιηγητές.
Στό τέλος παραδόθηκε στόν τουρισμό καί τό μεγάλο κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας, τ’ Ἅγιον Ὄρος. Σ’ αὐτό τό περιβόλι τῆς Παναγίας, πού κατά τό θέλημά της, δέν τό πάτησε θηλυκό ποδάρι, εἴτε ἀπό ἄνθρωπο εἴτε ἀπό ζωντανό, μπαινοβγαίνουνε τώρα χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπό κάθε φυλή, ἄλλοι μέ πίπες στό στόμα, ἄλλοι μέ κοντά βρακιά, ἄλλοι μισόγυμνοι μέ κουβέντες, μέ γέλια, ἀφοῦ πηγαίνουνε, γιά νά διασκεδάσουνε ὅπως εἶναι κουρασμένοι ἀπό τίς δουλειές τους, ἀπό τίς ἐπιχειρήσεις τους, ἀπό τίς μηχανές, ἀπό τά τραῖνα, ἀπό τ’ ἀεροπλάνα, ἀπό τά παπόρια, ἀπό τά αὐτοκίνητα, ἀπό τά θέατρα, ἀπό τά λουτρά, ἀπό τά ξενοδοχεῖα, κι’ ἀπό ὅλα τά ἄλλα, πού, καταγίνουνται στήν πατρίδα τους, ἀλλά, κ’ ἐδῶ πού ἔρχουνται, κουβαλᾶνε μαζί τους τή μυρουδιά ἀπ’ ὅλα αὐτά, καί εἶναι ἀκατάνυκτοι, ὁλότελα ξένοι στά προαιώνια μυστήρια, πού κλείνει μέσα του τ’ Ἅγιον Ὄρος. Γιατί, πῶς εἶναι τρόπος νά μεταδοθῇ ἐκείνη ἡ πνευματική εὐωδία σέ ἀνθρώπους, πού δέν ἔχουνε πνευματική ὄσφρηση; Πῶς νά νοιώσουνε ὅσα, βλέπουνε κι’ ἀκοῦνε, ἀφοῦ αὐτά εἶναι καρποί τῆς εὐσεβείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ὑψηλῆς θεωρίας. Δέν φταίγουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, πού κάποιοι ἀπ’ αὐτούς εἶναι ἀγαθοί καί ταπεινοί, ἀλλά βρίσκουνται ὁλότελα μακρυά ἀπό τήν κατάσταση, πού πρέπει νά βρίσκεται ὅποιος γνωρίζει πώς ἐκεῖνο τό μέρος δέν εἶναι τόπος γιά ἀναψυχή, ἤ γιά περίπατο, ἤ γιά διασκέδαση, ἤ καί ἀκόμα γιά μάθηση, ἀλλά ἔχει γραμμένη ἀπάνω του τούτη τήν ἐπιγραφή: «Ὥς φοβερός ὁ τόπος οὗτος. Οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰμή οἶκος Θεοῦ, καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ». Δέν γνωρίζουνε οἱ δυστυχεῖς, πῶς αὐτά πού βλέπουν καί πού ἀκούγουν, δέν καταλαβαίνουνται μέ τόν νοῦ. Ποῦ νά ὑποθέσουνε, πώς μήτε ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, πού τούς ὁδηγοῦνε δέν εἶναι σέ θέση νά νοιώσουνε τήν ἀληθινή σημασία τους, παρά πώς ἡ γνώμη πού ἔχουνε ἀπ’ ἐκεῖνα τά ἱερά πράγματα, εἶναι γνώμη ἐξωτερική, μηχανική, ξώπετση, γιατί «ἡ πρός Θεόν σχέσις γίγνεται στά τῆς ψυχικῆς μνήμης. Καί τῶν δεήσεων τῆς προσευχῆς καί ὁλοκαυτώσεως».
Ἐδῶ δέν εἶναι τόπος, πού νά βρίσκη ἀπάντηση ἡ ἁμαρτωλή περιέργεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι τόπος, πού οἱ ἄνθρωποι πού ἀρνηθήκανε τόν κόσμον, ἀγωνίζουνται στούς πνευματικούς ἀγῶνες, μέ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, μέ ἐγκατάλειψη στόν Κύριο, μέ νηστεία, μέ χέρια σηκωμένα κατά τόν οὐρανό, μέ στόμα κλεισμένο ἐπί χρόνια, μέ καρδιά σφαλισμένη σέ κάθε ἐξωτερική συνάφεια. Κατά λάθος πήρατε αὐτόν τόν δρόμον. Σεῖς ζητᾶτε νά εὐχαριστήσετε τίς αἰσθήσεις σας καί τό σῶμα σας, ἐνῶ ἐδῶ, πού σᾶς φέρανε εἶναι ὁ τόπος τοῦ χαροποιοῦ πένθους ὅσοι ζήσανε καί ζοῦνε ἐδῶ πέρα δέν θά σᾶς χαροποιήσουν, γιατί ζοῦνε μέ τόν πόνο τῆς καρδιᾶς καί τούς ζεσταίνει ὁ ζῆλος γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Πῶς λοιπόν, ἤρθατε ἐδῶ, σάν νά εἶναι τράπεζα στρωμένη καί γάμος, ἐνῶ εἶναι καθημερινή θύμηση τοῦ θανάτου, κι’ ἀναστεναγμός καί κράξιμο λυπητερό πρός τόν Θεό;».

(1895 – 1965)
ΠΗΓΗ: Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, φύλλο 80/ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1967.
Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




