«Κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις» (Β’ Κορινθ. ια, 26).
Ἂρθρον τοῦ μακαριστοῦ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Ὅπως βάλαμε παραπάνω, λίγα ἀπ’ αὐτούς τούς φαρμακερούς βάλτους, ἄς βάλουμε παρακάτω καί λίγα ἀπό τά εὐωδέστατα ἄνθη τῆς Πατερικῆς θεολογίας μας γιά νά φανεῖ ἡ ἀναισθησία, πού ἔχουνε πάθει τοῦτοι οἱ ὕπουλοι κήρυκες τῆς ἀθεΐας, ὥστε νά προτιμᾶνε τά φαρμακερά βρωμόχορτα, ἀπό τά ἁγνά καί μυρίπνοα πνευματικά λουλούδια, λέγοντας πώς τά πρῶτα εὐωδιάζουνε καί πώς τά δεύτερα βρωμοῦνε. Αὐτό γίνεται, γιατί ἔχουνε μέσα στά χνῶτα τους τή μυρωδιά τοῦ θανάτου, καί γιά τοῦτο θαρροῦνε πώς οἱ ἅγιοι μυρίζουνε θάνατο, καί πώς οἱ ἄθεοι καθηγητάδες τους μυρίζουνε ζωή, κατά τά λόγια τοῦ μακαρίου Παύλου, πού λέγει: «Γιατί ἤμαστε εὐωδία Χριστοῦ γιά τόν Θεό καί σέ κείνους πού σώζονται καί σέ κείνους πού χάνουνται. Καί σέ κείνους πού ἔχουνε μέσα τους τόν θάνατο, μυρίζουμε θάνατο, καί πάλι σέ κείνους πού ἔχουνε μέσα τους τή ζωή μυρίζουμε ζωή.» (Β’ Κορινθ. β’, 16).
Στή μικρή ἀνθοδέσμη πού κάνω παρακάτω ἀπό τά πνευματικά ἄνθη τῆς Ὀρθοδοξίας, δέν βάζω τίποτα ἀπό τούς πασίγνωστους ἀρχαίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά, λιγοστά ἀπό τά ἔργα τῶν Πατέρων πού φανήκανε, πρό πάντων, στά ὑστερινά χρόνια, καί πού ἡ εὐωδία τους εἶναι τόσο οὐράνια, πού νά ταιριάζουνε σ’ αὐτούς τά λόγια τοῦτα τοῦ προφήτη Ἀγγαίου:
«Μεγάλη ἔσται ἡ δόξα τοῦ οἴκου τούτου, ἡ ἐσχάτη ὑπέρ τήν πρώτην». Ἀληθινά, ἡ πνευματική δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας στάθηκε, στά τελευταῖα χρόνια μεγάλη, μεγαλύτερη ἀπό τήν πνευματική δόξα της στά πολύ ἀρχαῖα χρόνια, μέ φωστῆρες σάν τόν Ἰωάννην τῆς Κλίμακος, τόν Ἰσαάκ τόν Σῦρο, τόν Συμεών τόν Νέον θεολόγο, τόν Γρηγόριο τόν Σιναΐτη, τόν Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ τόν Κάλλιστο Πατριάρχη, τόν Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, κι’ ἄλλους. Τοῦτο τόν θησαυρό μέ τά τόσα διαμάντια, πού ἤτανε κρυμμένος ὡς τώρα, τόν ἀνακαλύψανε ἀκόμα καί κάποιοι ξένοι, διψασμένοι ἀπό ἀλήθεια, καί τρέξανε νά ξεδιψάσουνε ἀπό τό δροσερό νερό τους, καί τούς μελετοῦνε μέ πάθος καί τούς μεταφράζουνε στίς γλῶσσες τους, σέ καιρό πού οἱ δικοί μας οἱ προκομμένοι, δέν τούς καταδέχουνται, τυφλωμένοι ἀπό τήν καταραμένη ξενοδουλεία.
Ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος σταχολογοῦμε τά παρακάτω:
● Πένθος ἐν τῷ Θεῷ εἶναι τό νά εἶναι σκυθρωπή ἡ ψυχή, καί ἡ καρδιά νά ποθεῖ νά πικραίνεται, καί νά ζητᾶ ὁλοένα ἐκεῖνο πού διψᾶ, κ’ ἐπειδή δέν τό βρίσκει, νά τό κυνηγᾶ μέ πόνο καί νά τρέχει ξοπίσω του, κλαίγοντας ἀπαρηγόρητα.
● Βάστα γερά τή μακάρια χαρμολύπη καί τήν ἁγιασμένη κατάνυξη, καί μήν πάψεις νά τήν ἐργάζεσαι μέσα σου, ὡς πού νά σέ κάνει νά ὑψωθεῖς ἀπό τοῦτον τόν κόσμο καί νά σέ παραστήσει στόν Χριστό καθαρόν.
● Ὅποιος πορεύεται μέ θλίψη ἀδιάκοπη, αὐτός δέν παύει νά γιορτάζει ἀκατάπαυστα, κι’ ὅποιος ὁλοένα διασκεδάζει, αὐτός μέλλει νά ἀπολαύσει θλίψη αἰώνια.
● Γίνε σάν βασιλιᾶς μέσα στήν καρδιά σου, ὑψηλά μέ ταπείνωση καθισμένος, καί προστάζοντας στό γέλιο: Φεῦγα! καί φεύγει, καί στό γλυκό τό δάκρυο: «Ἔλα» κ’ ἔρχεται, καί στό κορμί, πού εἶναι σκλάβος καί τύραννος: Κάνε τοῦτο καί τό κάνει.
● Ὅσο ἐνάρετη ζωή κι’ ἄν κάνουμε, ἄν δέν ἔχουμε καρδιά θλιμμένη καί πονεμένη, γιά μάταιη κι’ ἀνώφελη λογαριάζεται.
● Εἶναι ντροπή νά ὑπερηφανεύεται ὁ ἄνθρωπος γιά ξένα πράγματα. Κ’ ἡ χειρότερη ἀνοησία εἶναι τό νά καυχιέται γιά κάποια χαρίσματα, πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό. Ὅσα κατορθώματα ἔκανες πρίν ἀπό τή γέννησή σου, γι’ αὐτά μοναχά νά ὑπερηφανεύεσαι. Γιατί, ὅσα σοῦ συμβήκανε ἔπειτα ἀπό τή γέννησή σου, σοῦ τά δώρησε ὁ Θεός ὅπως σοῦ δώρησε καί τή γέννηση.
● Εὐθύτητα εἶναι ἀπερίεργη διάνοια, καθάριο ἦθος, ἄπλαστα (ἀπερίτεχνα) λόγια, πού δέν εἶναι ἀπό πρίν μελετημένα.
● Ἡ πονηρία εἶναι ἐπιστήμη, ἤ καλλίτερα, ἀσχήμια δαιμονική, πού στερήθηκε τήν ἀλήθεια καί πού θαρρεῖ πώς κρύβεται ἀπό τούς ἄλλους.
● Νά ἀσκητεύεις καί νά βρίσκεσαι σέ ἀπερίεργη κατάσταση(¹).
● Δέν ἁρμόζει σ’ ἐκείνους πού βρίσκουνται σ’ αὐτή τήν κατάσταση τῆς ἁγιασμένης λύπης καί πού ζοῦνε μέ τό δάκρυο, νά κάνουνε ὑψηλά κηρύγματα στήν θεολογία. Γιατί, αὐτά χαλᾶνε τό πένθος, ἐπειδή ἐκεῖνοι πού διδάσκουνε, κάθουνται ἀπάνω σέ καθέδρα. Ἐνῶ ἡ κατάσταση ἐκείνων πού κλαῖνε εἶναι νά κάθουνται ἀπάνω στό χῶμα, τυλιγμένοι μέ γιδότριχα.
● Ἡ πίστη εἶναι μιά σταθερότητα ἀτράνταχτη κι’ ἀσάλευτη, μιά κατάσταση τῆς ψυχῆς ἀμετατόπιστη, πού δέν τή σαλεύει καμμιά δύναμη.
● Μή φοβᾶσαι τίποτα. Ὅποιος ἔχει τή μακαρία θλίψη στήν καρδιά του, δέν γνωρίζει τί θά πεῖ φόβος ὁλότελα.
● Ὅσοι θέλουμε νά ἑλκύσουμε κοντά μας τόν Κύριο, ἄς προσέλθουμε ἁπλά κι’ ἄπλαστα κι’ ἀπονήρευτα, δίχως πολλούς λογισμούς, καί δίχως περιέργεια, σάν τούς μαθητάδες στόν δάσκαλο. Γιατί, ἐπειδή καί Ἐκεῖνος εἶναι ἁπλός καί ἴσιος, θέλει κ’ οἱ ψυχές πού προσέρχονται σ’ Αὐτόν νά εἶναι ἁπλές καί ἀκέραιες. Γιατί δέ μπορεῖ ποτέ νά δεῖ κανένας ἁπλότητα, χωρίς νά εἶναι μαζί της ἡ ταπείνωση.
● Ὅπως ἐκεῖνος, πού κρατᾶ μυρουδιά φανερώνεται ἀπό τήν εὐωδία, χωρίς νά τό θέλει, ἔτσι κι’ ὅποιος ἔχει τό πνεῦμα τοῦ Κυρίου, γνωρίζεται ἀπό τά λόγια του κι’ ἀπό τήν ταπείνωσή του.
● Γύρευε μέ πένθος. Ζήτα μέ ὑπακοή. Κροῦσε μέ μακροθυμία. Γιατί, ἐκεῖνος πού γυρεύει, ἔτσι, αὐτός παίρνει, κ’ ἐκεῖνος πού ζητᾶ ἔτσι, αὐτός βρίσκει. Καί σ’ ἐκεῖνον πού χτυπᾶ, θ’ ἀνοίξει ἡ πόρτα γιά νά μπεῖ μέσα.
● Ἡ μακαρία ἀπάθεια σηκώνει ἀπό τή γῆ νοῦ πάμφτωχο, κι’ ἀπό τήν κοπριά τῶν παθῶν σηκώνει ἄνθρωπο περιφρονημένον. Κ’ ἡ πανύμνητη ἀγάπη τόν ἀξιώνει νά καθίσει μέ τούς ἄρχοντες Ἀγγέλους, μέ τούς ἄρχοντες τοῦ λαοῦ τοῦ Κυρίου.
(¹) Πῶς νά τά παρδεχθοῦνε αὐτά οἱ ἐξ ἑσπερίας σοφοί θεολόγοι; Ἀπεριέργη κατάσταση εἶναι τό νά μήν ἔχει ὁ χριστιανός τή μανία νά ἐρευνᾶ μέ πονηρή περιέργεια τά τῆς Θρησκείας. Ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτη Ἡσαΐα λέγει: «Ἐμφανής ἐγενόμην τοῖς ἐμέ μή ἐπερωτῶσιν», δηλαδή «φανερώνομαι σέ ὅσους δέν μέ ἐξετάζουν πονηρά».
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

(1895 – 1965)
ΠΗΓΗ: Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, φύλλο 93/ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1968. (Σελ. 2).
Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




