«Κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις» (Β’ Κορινθ. ια, 26)
Ἂρθρον τοῦ μακαριστοῦ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

ΣΙΓΑ, – σιγά, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, οἱ αἱρετικοὶ πληθαίνουνε μέσα στὴν Ἐκκλησία μας, παρεκτὸς τοὺς ἀπ’ ἔξω. Οἱ ἀπ’ ἔξω αἱρετικοὶ εἶναι φανεροί. Ἐδῶ θὰ μιλήσω γιὰ τοὺς κρυφοὺς αἱρετικούς, τοὺς κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλους, αὐτοὺς ποὺ μᾶς φέρνουνε τὸν προτεσταντισμὸ καὶ τὸν καθολικισμὸ ἀπὸ τὴ Δύση, ἐκεῖ ποὺ πᾶνε καὶ σπουδάζουνε.
Καὶ πῶς νὰ μὴν τὸν φέρουνε; Ἀργήσανε μάλιστα. Χρόνια καὶ χρόνια γίνεται αὐτὴ ἡ δουλειά. Παράξενο θἄτανε νὰ μὴν τὸν φέρουνε. Αὐτοὶ ὅμως δὲν φανερώνουνται σὰν αἱρετικοί, μήτε κ’ οἱ ὅμοιοι τους τοὺς θεωροῦνε γιὰ αἱρετικούς. Μιλᾶνε συχνά, σὰν παπαγάλοι, γιὰ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ γιὰ μιὰ Ὀρθοδοξία «ἐξειλιγμένη», συγχρονισμένη, εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία. Τούτην τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ ἔχουμε καὶ ποὺ τὴν κληρονομήσαμε ἀπὸ τοὺς πατεράδες μας, εἶναι, παλιά, εἶναι βλάχικη Ὀρθοδοξία, ποὺ δὲν πάει νὰ τὴν ἔχουνε μοντέρνοι ἄνθρωποι, ποὺ ζήσανε στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική!
Κάθε τόσο ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα μιὰ φουρνιὰ ἀπὸ νεαροὺς θεολόγους, ποὺ σπουδάσανε στὴν Εὐρώπη καὶ ποὺ δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ χωνέψουνε τίποτα ἀπὸ τὰ δικὰ μας. Ὅλα τοὺς φαίνουνται κουτσὰ καὶ στραβά, καὶ δουλεύουνε φανατικά, γιὰ νὰ χαλάσουνε τὴν ἁγνὴ καὶ σωστὴ πίστη τοῦ λαοῦ μας. Θἄλεγε κανένας, πὼς γι’ αὐτοὺς ἔγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὰ παρακάτω λόγια «διὰ τοὺς παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν, ἣν ἔχομεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἳνα ἡμᾶς καταδουλώσωνται». (Γαλάτ. Β’, 4).
Ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς μας ἔχει, ἀληθινά, «τὴν ἐλευθερία τῆς πίστεως τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» καὶ τοῦτοι οἱ νέοι γραμματεῖς μὲ τὰ διπλώματα θέλουνε νὰ μᾶς καταδουλώσουνε στὰ ἁμαρτωλὰ ὀρθολογιστικὰ συστήματα τῆς Δύσης.
Οἱ περισσότεροι σπουδαστὲς μας, μόλις πατήσουνε στὴν Εὐρώπη, ἀπομένουνε ἐμβρόντητοι ἀπὸ τὶς ψευτοφιλοσοφίες ποὺ διδάσκουνε κάποιοι σπουδαῖοι καθηγητές, καὶ μάλιστα σὲ ξένη γλῶσσα. Ἡ ξένη γλῶσσα τοὺς κάνει μεγάλη ἐντύπωση. Κατάπληξη τοὺς κάνουνε κ’ οἱ μεγάλες πολιτεῖες οἱ φαρδιοὶ δρόμοι, τὰ μεγάλα χτίρια, οἱ λεωφόροι, τὰ τραῖνα, οἱ λογῆς – λογῆς μηχανές, οἱ ἀγορές, τὸ πολὺ χρῆμα, τὰ βλοσυρὰ Πανεπιστήμια. Κι’ αὐτὸ γίνεται, γιατὶ οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς σπουδαστές, εἶναι χωριατόπουλα, ποὺ νοιώθουνε μέσα τοὺς ντροπὴ γιὰ τὸ χωριὸ τους, κι’ ὅ,τι βλέπουνε κι’ ἀκοῦνε, εἶναι γι’ αὐτοὺς οὐρανοκατέβατο!
Τοὺς ξέρω καλὰ αὐτοὺς τοὺς σπουδαστές, γιατὶ κ’ ἐμεῖς περάσαμε ἀπὸ κεῖνες τὶς χῶρες, καὶ ζήσαμε σ’ αὐτὲς κάμποσα χρόνια. Ὅποτε ἐρχόντανε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἤτανε στὴν ἀρχή, σαστισμένοι καὶ ζαρωμένοι, σὰν καὶ κεῖνα τὰ μαντρόσκυλα, ποὺ ἀκολουθήσανε τὸν τσομπάνο καὶ βρεθήκανε στὸ κέντρο τῆς πολιτείας, μέσα στὴν ὀχλοβοὴ κι’ ἀνάμεσα στ’ αὐτοκίνητα, καὶ σαστίσανε, τὰ κακόμοιρα, καὶ βάζουνε τὴν οὐρὰ τους ἀνάμεσα στὰ σκέλια τους τρομοκρατημένα. Μὰ σὰν γυρίσουνε στὸ μαντρί, τὴ ξανασηκώνουνε περήφανα, καὶ γίνουνται θηρία ἀνήμερα. Μ’ αὐτὰ τὰ σκυλιὰ μοιάζουνε, στὰ μάτια τὰ δικὰ μας, ποὺ εἴχαμε ζήσει πρὶν ἀπὸ χρόνια στὶς μεγάλες πολιτεῖες, ἐκεῖνα τὰ νεοφερμένα Ἑλληνόπουλα ποὺ μᾶς θεωρούσανε στὴν ἀρχὴ σὰν προστάτες τους, κ’ ἤτανε ταπεινὰ καὶ φρόνιμα. Μὰ μὲ τὸν καιρὸ ξεθαρρέψανε, καὶ πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ παίρνανε στὸ τέλος ἕναν ἐγωϊσμὸ σιχαμερό, μιλῶντας μὲ καταφρόνεση γιὰ τὴν πατρίδα τους. Καὶ πολλὰ ἀπ’ αὐτά, σὰν γυρίζανε πίσω στὴν Ἑλλάδα, κάνανε τὰ θηρία κάνανε τοὺς πάνσοφους, κάνανε τοὺς προφέσσορας, μιλῶντας ὁλοένα γιὰ τὴν Εὐρώπη καὶ γιὰ τὴν κακομοιριὰ μας σὲ ὅλα τὰ πράγματα.
Γι’ αὐτό, ἡ Εὐρώπη εἶναι ἡ δοκιμαστικὴ πέτρα γιὰ κάθε ἕναν ἀπὸ μᾶς, ποὺ θὰ πάει σὲ κάποια χώρα της. Ἢ θὰ γίνει πίθηκος ξενόδουλος, θαυμάζοντας σὰν οὐρανοκατέβατα ὅλα ὅσα βλέπει κι’ ἀκούει σὲ κείνη τὴ χώρα, καὶ ‘θ’ ἀρνηθεῖ τὸ γάλα τῆς μάνας του, ἢ θὰ καταλάβει πόσο ψεύτικα εἶναι τὰ φανταχτερὰ στολίδια της, καὶ πόση βαρβαρότητα ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὴν πολιτισμένη ἐπιφάνειὰ της, καὶ θὰ ἀγαπήσει μὲ πάθος τὸν τόπο του, νοιώθοντας «μὲ ἐπίγνωση», τὴν πνευματικὴ της εὐγένεια καὶ τὴν ὑπέροχὴ μας, μπροστὰ σὲ κεῖνες τὶς ανθρωπομερμηγκιές.
ΠΩΣ, λοιπόν, νὰ μὴν ἔχουνε τὴν ἰδέα οἱ νεοφερμένοι σπουδαστὲς τῆς θεολογίας, πὼς ἐκεῖ βρίσκεται κι’ ἡ τελειοποιημένη θρησκεία, ἡ εὐρωπαϊκή, ἡ συγχρονισμένη, ἡ ἐπιστημονική, ἡ ἄξια νὰ τὴν ἔχουνε ἄνθρωποι ἐξειλιγμένοι; Παραλυμένοι ὅπως εἶναι ἀπὸ τὸν θαυμασμό, δὲν ρωτᾶνε τί σχέση μπορεῖ νἄχει ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Θρησκεία του μ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μηχανικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἡ ζωὴ τους, τὸ μυαλὸ τοὺς, ἡ καρδιὰ τους, ὅλα τους εἶναι κουρντισμένα σά κανένα ρολόγι; Μπᾶ! Ἴσια – ἴσια, αὐτὸ τὸ κρῦο καὶ ἄψυχο σύστημα τῆς ζωῆς κάνει μεγάλη ἐντύπωση στὸν ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται σὲ πνευματικὸ ξεπεσμό.
Γίνεται ψωροφαντασμένος καὶ περήφανος, καὶ καταφρονεῖ κάθε δικὸ του, ἀρνιέται τὴ μανὰ του καὶ τὸν πατέρα του, καταντᾶ παίγνιο καὶ ἐνεργούμενο στὰ χέρια τῶν καθηγητάδων του, παίρνει ὅρκο στ’ ὄνομὰ τους, γίνεται ἕνα ἐλεεινὸ ρομπὸτ τῆς ξενολατρίας. Μάλιστα ὁ τέτοιος σπουδαστὴς τῆς θεολογίας γίνεται χειρότερος ξενολάτρης ἀπὸ τὸν φοιτητὴ τῆς γιατρικής ἢ τῆς μηχανικῆς, ἐπειδὴ ἔχει πιὸ ζωηρὸ μέσα τοῦ τὸ αἴσθημα τῆς κατωτερότητας, γιατὶ ἡ «ἐπιστήμη του» ἔχει σχέση μὲ τοὺς παπάδες καὶ μὲ τοὺς καλόγερους. Βάλε καὶ τὸν πειρασμὸ τῆς γυναῖκας, ποὺ δὲν τὰ χωνεύει τὰ θρησκευτικά, καὶ περιφρονεῖ τοὺς θεολόγους. Λοιπόν, ὁ «σπουδαστὴς τῆς θεολογίας» δὲν θέλει νὰ βλέπει καὶ νὰ ἀκούει παπᾶ δικὸ μας, μηδὲ ἐκκλησία δικὴ μας, μήτε λειτουργία δικὴ μας, μήτε εἰκόνα δικὴ μας, μήτε ψαλμῳδία δικὴ μας, τίποτα ὀρθόδοξο. Φουρκίζεται μὲ τὰ μοναστήρια μας, μὲ τὶς σκουριασμένες ἰδέες πὤχουν οἱ Ἕλληνες χριστιανοί, «μὲ τὴν μεσαιωνικὴν τυπολατρικὴν παράδοσὶν μας». Περιφρονεῖ τοὺς Πατέρας τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν θέλει ἁγίους μέσα στὴν ὀρθολογιστικὴ «ἐπιστήμη τῆς θεολογίας», ἀλλὰ σοφοὺς προφέσσορας, «ποὺ ἐρευνοῦν μὲ ἐπιστημονικὴν ἀντικειμενικότητα τὴν θρησκείαν, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς δεισιδαίμονας προκαταλήψεις». Κατὰ βάθος, τοῦτοι οἱ ψωροπερήφανοι ἐκτιμοῦν περισσότερο τοὺς «ἐπιστήμονας» καθηγητὰς τῆς θεολογίας, ποὺ εἶναι ἄθεοι. Γι’ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς, ποὺ δὲν νοιώθουνε μέσα τους καμμιὰ πνευματικότητα εἶναι μέγα πρᾶγμα ὁ ὀρθολογισμός, ποὺ τοὺς δείχνει κι’ αὐτοὺς «ἐπιστήμονας», κ’ ἡ πνευματικὴ ἀντίληψη, ποὺ ἔχουνε γιὰ τὴ θρησκεία οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι τῆς Δύσης, εἶναι γι’ αὐτοὺς τὸ μόνο ποὺ μποροῦν νὰ καταλάβουνε ἀπ’ αὐτή. Γι’ αὐτό, ἐρχόμενοι στὴν Ἑλλάδα, ἀρχίζουνε νὰ λένε ὅ,τι ἀκούγανε στὰ θρανία τῆς Εὐρώπης, μηχανικὰ φερέφωνα, παπαγάλοι, χωρὶς καμμιὰ πνοή. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι ἰσόβιοι μαθητὲς τῶν καθηγητῶν τους, κι’ ὡς ποὺ νὰ πεθάνουνε παραμιλᾶνε κοπανίζοντας στερεότυπα τὰ θέσφατα, ποὺ ἀκούσανε τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε νέοι.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

(1895 – 1965)
ΠΗΓΗ: Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, φύλλο 92/ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1968. (Σελ. 2).
Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




