Τοῦ † Φώτη Κόντογλου

Νά δοῦμε ἀκόμα ποῦ θά φτάξουμε!
Δέν ἀφήσαμε βρωμιά, δέν ἀφήσαμε σιχαμένη πράξη, πού νά μήν τήν κάνουμε, δέν ἀφήσαμε πονηρό διαλογισμό πού νά μήν τόν ποῦμε ἤ νά μήν τόν γράψουμε μέ τή μεγαλύτερη ἀδιαντροπιά. Ξεχαλινωθήκαμε πιά ὁλότελα. Γινήκαμε ἕνα τρελό κοπάδι, πού μᾶς σαλαγᾶ ὁ διάβολος μέ μιά βουκέντρα, κι ἐμεῖς τρέχουμε λαχανιασμένοι. Ἡ ἐλευθερία πού δώσαμε στόν ἑαυτό μας, μέ τή διαστραμμένη γνώμη μας, γίνηκε τυραννία καί μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει. Μεταμορφώθηκε σέ μιά μάγισσα Κίρκη, καί μᾶς μεταμόρφωσε κι ἐμᾶς σέ χοίρους, καί γρούζουμε εὐτυχισμένοι, τσαλαβουτώντας μέσα στίς κοπριές καί στίς σάπιες ἀκαθαρσίες. Καταντήσαμε ἀκόμα νά τρῶμε τίς δικές μας τίς ἀκαθαρσίες καί τά ἐμπυασμένα κρέατά μας. Ποτέ ὁ ἄνθρωπος δέν εἶχε φτάξει οὔτε στή μισή ἀναισθησία καί σιχαμένη παραμόρφωση, ἀπ’ ὅσο ἔφταξε σήμερα.
Καί μέ τά λόγια καί μέ τήν πράξη καλλιεργοῦμε αὐτό τό καταραμένο χωράφι πού ἀνοίξαμε μέσα μας καί πού φυτρώνει βρωμόχορτα καί βρωμομανιτάρια. Μή νομίσει κανένας πώς μέ τά λόγια δέν ἔρχεται ἡ διαστροφή τῆς ψυχῆς! Ἴσια – ἴσια, μέ τά λόγια βρωμίζεται κανένας περισσότερο ἀπ’ ὅσο βρωμίζεται κι ἀπό τήν ἴδια τή βρώμικη πράξη. Οἱ μανάδες μας κάνανε τά συζυγικά χρέη τους, ἀκολουθώντας μέ φυσικόν τρόπο τόν δρόμο πού πρέπει νά ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος σέ τοῦτον τόν κόσμο, γιά νά γεννηθοῦν κι ἄλλοι, καινούριοι ἄνθρωποι. Ὡστόσο, ποτέ δέν ἔβγαινε ἀπό τό στόμα τους ἄπρεπος λόγος, λόγος ἀδιάντροπος. Καί δέν γινότανε αὐτό ἀπό ὑποκρισία, ἀλλά ἀπό τό αἴσθημα τῆς φρονιμάδας καί τῆς σεμνότητας. Ἡ μητέρα τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου καί τῶν ἁγίων, πού ἤτανε ἁγιασμένες ἀπό τήν κούνια, πῶς ἤτανε δυνατόν νά ξεστομίσουνε ποτέ αἰσχρολογίες; Αὐτή εἶναι, ὦ σημερινοί ἀδιάντροποι κι ἀδιάντροπες, ἡ ἐμορφιά κι ἡ ὑψηλή μεγαλοπρέπεια τῆς ψυχῆς, πού τή χάσατε, ἀλλοίμονο! Καί γινήκατε σάν καί κεῖνα τά ἀναίσθητα σκυλιά πού γλείφουνε τόν πισινό τους μπροστά στόν κόσμο.
Λοιπόν, ἐπί τόσες χιλιάδες χρόνια δέν μπορέσανε οἱ ἄνθρωποι πού ζήσανε πρίν ἀπό ἐμᾶς, νά ἀνακαλύψουνε αὐτά τά σπουδαῖα μυστικά πού ἀνακαλύψατε ἐσεῖς, δηλαδή νά μήν ντρέπεσαι νά λές αἰσχρολογίες, μάλιστα νά τό κάνεις σκοπό τῆς ζωῆς σου, καί νά ἐπιδείχνεις, φανερά καί χωρίς ντροπή, κάποια πράγματα πού ὁ ἄνθρωπος τά εἶχε σφραγισμένα μέ μιά μυστική σφραγίδα, ὀποῦ ἔγραφε ἀπάνω πώς «ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι κτῆνος».
Τό νά γυρίσει ὁ ἄνθρωπος στό κτῆνος, εἶναι τό πιό εὔκολο πρᾶγμα. Κατρακυλᾶ γλήγορα σ’ αὐτό, ἐπειδή κατά κεῖ εἶναι ὁ κατήφορος, καί κάτα δῶ ὁ ἀνήφορος. Ὁ ἄνθρωπος ἀνηφόρισε ἐπί χιλιάδες χρόνια γιά ν’ ἀνέβει ἐκεῖ πού βρίσκεται, μέ ἀγῶνα, μέ βάσανα, μέ ἱδρῶτες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς κάθε τόσο κατρακυλοῦσε κατά πίσω, κατά τό ζῶο, ἀλλά τό κατρακύλισμά του ἤτανε προσωρινό καί περιωρισμένο, καί γι’ αὐτό τό κατρακύλισμα ἔλεγεν ὁ Δαυΐδ: «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκεν. Κατελογίσθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀλόγοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Σήμερα ὅμως τό κατρακύλισμα εἶναι θανατερό, γιατί δέν κατρακυλίσαμε κατά τόν βοῦρκο ἐπειδή γλιστρήσαμε, κρατώντας τό πρόσωπο γυρισμένο πρός τ’ ἀπάνω, ἀλλά πήραμε θεληματικά μας τόν κατήφορο, καί τρέχουμε σάν τρελλοί, γιά νά προφτάξουμε νά βουλιάξουμε μέσα στόν βόθρο.
Ἡ ἁμαρτία πάντα τραβοῦσε τόν ἄνθρωπο, ἀλλά, λίγο ὣς πολύ, ἀντιστεκότανε ὁ ἄνθρωπος στά πονηρά χάδια της, γιατί ὁ ἀπομέσα ἄνθρωπος δέν ἔστρεγε στήν ἁμαρτία, πού ἀφήνει πάντα ἕνα πικρό κατακάθι στό ποτήρι πού κερνιέται. Τώρα ὅμως ἡ ἀνθρωπότητα ἔπαθε πώρωση καί δέν καταλαβαίνει τί κάνει. Χοντροπέτσιασε, σάν τόν λεπρό πού τό πετσί του εἶναι πεθαμένο, καί δέν νοιώθει πιά τίποτα.
Ἀφορμή γιά τέτοιες σκέψεις δίνεται σέ ὅποιον ἔχει ἀκόμα μέσα τοῦ κάποια ἀνθρωπιά, κάθε μέρα. Τί λέγω; Κάθε ὥρα, κάθε στιγμή, βλέποντας, ἀκούγοντας καί διαβάζοντας χίλιες δυό φριχτές ἀσκήμιες πού γίνουνται στόν κόσμο, προπάντων στά λεγόμενα «ἐξευγενισμένα ἔθνη», καί πού διαφημίζουνται σάν νά εἶναι κάποια κατορθώματα πιό μεγάλα ἀπό ὅσα ἔκανε ὁ Μεγαλέξαντρος, ὁ Κολόμπος ἤ κανένας ἄλλος στά περασμένα, ἤ κάποια ἔργα πιό σπουδαῖα ἀπό τοῦ Φειδία, τοῦ Πραξιτέλη, τοῦ Ἀνθεμίου, καί τῶν ἄλλων πού σταθήκανε φημισμένοι τεχνῖτες.
Σήμερα μοῦ ἔστειλε κάποιος μιά ἐφημερίδα γιά νά διαβάσω: «Τό χορόδραμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος μέσα σέ μιά ἐκκλησία τοῦ Λονδίνου». Μ’ ὅλο πού εἶμαι ἕτοιμος νά ἀκούσω στόν καιρό μας καί τίς πιό ξωφρενικές ἀτιμίες καί ἀνοησίες νά γίνουνται στ’ ὄνομα τῆς «Τέχνης», ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς ἀνατρίχιασα ἀπό τό καινούριο φροῦτο «τῆς πολιτισμένης καί ἐλεύθερης ἐποχῆς μας», δηλαδή τοῦ «Παγκόσμιου Φρενοκομείου». «Ἡ παράσταση, γράφει ἡ ἐφημερίδα, ἐδόθη στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Φιλίππου στό Λονδῖνο καί ἐσημείωσε ἐπιτυχία». Μποροῦν οἱ βρωμόμυγες νά μήν τρέξουν στό ψοφήμι; Πῶς νά μή σημειώσει ἐπιτυχία τό χορόδραμα, ἀφοῦ εἴμαστε ὅλοι ἄρρωστοι, ὑστερικοί, δηλητηριασμένοι ἀπό τό φαρμάκι πού μᾶς ποτίζουνε λίγο – λίγο ἀπό πολλά χρόνια; Πρῶτα – πρῶτα ἔχουμε μεγάλη μανία σήμερα γιά τά θεάματα, ὅπως τόν καιρό τῶν Ρωμαίων, πού φώναζε ὁ ὄχλος: «Θέλουμε ψωμί καί θεάματα!». «Panem et circenses!». Αὐτή ἡ μανία ὁλοένα καί μεγαλώνει, κι ἔχουμε καταντήσει πλάσματα ὑστερικά, παλαβά, πού σκοτωνόμαστε γιά νά δοῦμε ἕναν «ἀστέρα» τοῦ κινηματογράφου καί νά πάρουμε ἀπό αὐτόν ἕνα «αὐτόγραφο», δηλαδή ἕνα παλιόχαρτο πού θά πεταχτεῖ κάποια μέρα στά σκουπίδια.
Παρακάτω γράφει ἡ ἐφημερίδα: «Οἱ Ἄγγλοι κριτικοί ἦταν ἐνθουσιασμένοι». Βλέπεις πόσο σοβαρό εἶναι τό πρᾶγμα; Ἐνθουσιάσθηκε κι ἡ γρηά – Κριτική! Ξύλο πού θέλουμε!
Ἀλλά τό περισσότερο ξύλο πρέπει νά πέσει στή ράχη τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου Ριχάρδου Ἄγκαρ, πού ἔδωσε τήν ἄδεια γιά τό θεάρεστο αὐτό ἔργο, καί μάλιστα «ἔχει διαρρυθμίσει τόν χῶρο κατάλληλα γιά νά δίδωνται παραστάσεις στήν ἐκκλησία»! Χριστέ μου, πάρε πάλι τό κουρμπάτσι καί κάνε μελανόν αὐτόν τόν ἄξιο ὑπηρέτη σου, πού ρεζίλεψε τή θρησκεία σου ὅσο κανένας ἄθεος! Πάντα ἀπό τούς παπάδες χάλασε ἡ θρησκεία, ἀλλά τοὐλάχιστον σέ ἄλλους καιρούς, εἴχανε ἕνα χαλινάρι. Τοῦτος εἶναι ἀδιάντροπος, γιατί εἶναι σημερινός μαθητής τοῦ διαβόλου, πού σκέπασε μέ τά φτερά του τήν οἰκουμένη.
Καί εἶδες; Πάλι ἡ «Τέχνη» τά σκέπασε: Ὁ ὅσιος πατήρ Ρίτσαρντ εἶπε ὅτι «τό μπαλλέτο εἶναι πολύ σοβαρό καί ὅτι ἐξυπηρετεῖ τό πνεῦμα τῆς Τέχνης». Μέ τήν τέχνη κρύβουμε τίς μπομπές μας. Ἡ τέχνη κατάντησε πορνολογία γιά παραδολογία. Σάν τεχνίτης πού εἶμαι, ντρέπουμαι. Τέτοιον παπᾶ ἤ ἐπίσκοπο νἄχεις νά σέ διδάχνει, τί ἀνάγκη ἔχεις;
Σήμερα καταγίνουνται ὅλοι μέ τό «σέξ». Μά δέν ὑπάρχει, τέλος πάντων, τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ αὐτό τό «σέξ», ἀπ’ αὐτή τή γενετήσια ὁρμή; Οἱ γέροι ἄνθρωποι πού ζήσανε σέ ἄλλα χρόνια, ἐκεῖνοι οἱ δράκοι πού ἤτανε γεμᾶτοι ζωή, δέν εἴχανε «σέξ», καί ἔχουμε ἐμεῖς τά ψοφήμια, καί πρῶτες ἀπ’ ὅλους οἱ ξανθόψειρες μέ τό κρύο αἷμα, πού λυσσάξανε στή Σουηδία, στήν Ἀγγλία, καί σέ ὅλα τά παγωμένα μέρη τῆς σφαίρας;
Μ’ ὅλο πού κάνουνε τόν χαρούμενο οἱ σκλάβοι τῆς ἁμαρτίας, στό βάθος εἶναι δυστυχισμένοι. Ζοῦνε στόν ἴσκιο τοῦ θανάτου, γιατί: «τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος». Γιά τοῦτο κι αὐτοκτονοῦν. Αἰτία γιά ὅλα αὐτά εἶναι ἡ ἀπιστία καί τό ὅτι λείπει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ἕνας ἅγιος λέγει: «Φόβου χρεία τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει», «Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἀνάγκη ἀπό φόβο». Ἅμα λείψει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, κι ἡ συνείδηση βουβαθεῖ, ὁ ἄνθρωπος κατρακυλᾶ στό χάος. Μπορεῖ αὐτός ὁ λεγόμενος ἐπίσκοπος Ρίτσαρντ νά πιστεύει σέ Θεό καί νά κάνει αὐτά πού κάνει;
Μά, τέλος πάντων, δέν ὑπάρχει πιά τίποτ’ ἄλλο ἀπό τό μασκαραλίκι; Συνεργεῖ σ’ αὐτή τή κατάσταση κι ἡ ἀνοησία, ἡ ἐπιπολαιότητα, ἡ βλακεία κι ἡ περιωρισμένη ἀντίληψη, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ζητᾶ νά θραφεῖ μέ σκουπίδια καί μέ κοπριές, κι ἄς φαίνουνται ἀπ’ ἔξω κάποιοι ἀπ’ αὐτούς τούς ἀνήθικους πώς εἶναι σπουδαῖοι στό μυαλό καί στήν ἐπιστήμη. Ὑπάρχει κάποια ἄλλη ἐξυπνάδα μέσα στόν ἄνθρωπο, πού τόν κάνει νά εἶναι σέ ὅλα σοβαρός. Αὐτοί οἱ ἐκφυλισμοί λένε πώς ἔχουνε μέσα τους κάποιο «κενό», καί πώς θέλουνε νά τό γεμίσουνε. Καί ἀπ’ αὐτούς ἔμαθε κι ὅλος ὁ κόσμος, κάποιοι ἀνθρωπάκοι σαρακοστιανοί, κάποια δεσποινάρια, καί λένε ὅλοι τους, σάν παπαγάλοι, πώς ἔχουνε «κενό» μέσα τους, «ἄγχος» καί τά τέτοια. Τί «κενό» ἔχεις, βρέ, πού ἀπό τήν πνευματική τεμπελιά κατάντησες ἕνας μποῦφος; Τόσοι καί τόσοι σπουδαῖοι ἄνθρωποι, μέ φαρδειά ψυχή, ἄνθρωποι πού λάμψανε ἀπάνω σέ τούτη τή γῆ καί τιμήσανε τό ἀνθρώπινο γένος, βρήκανε τόσα εὐγενικά καί μεγάλα πράγματα γιά νά ξεδιψάσουνε τήν ἀπομέσα δίψα τους καί νά χορτάσουνε τήν ἀπομέσα πεῖνα τους, κι ἐσύ, δέν βρίσκεις τίποτ’ ἄλλο γιά νά βάλεις μέσα σου, παρά τή βρώμα;
Κύτταξε τήν πλάση πού εἶναι γύρω σου, καί χόρτασε ἀπό ἐμορφιά κι ἀπό μεγαλεῖο. Καί πάλι μέσα σου μπορεῖς νά βρεῖς τόσους κρυμμένους θησαυρούς, μά δέν εἶσαι σέ θέση νά καταλάβεις τόν Χριστό πού λέγει: «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα σας». Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὑπέρτατη εὐδαιμονία, πού νοιώθει ἡ ψυχή, κι ἀναβρύζει μέσα μας αὐτό τό δροσερό ἀθάνατο νερό. Ἀλλά ὁ διάβολος μᾶς τυφλώνει καί δέν βλέπουμε τίποτα ἀπό τά ὡραῖα τῆς δημιουργίας κι ἀπό τούς μυστικούς θησαυρούς πού βρίσκουνται μέσα στόν ἄνθρωπο, ἀλλά μᾶς κάνει χοίρους, πού χώνουνε τή μουτσούνα τους στή λάσπη καί στίς ἀκαθαρσίες γιά νά εὐχαριστηθοῦνε.
Ἡ ἠθική μᾶς φαίνεται πιά μιά ψευτιά, μιά πρόληψη, ἕνα μπόδιο γιά «νά ἀπολαύσουμε τή ζωή». Μά ἡ ἠθική εἶναι κείνη πού σηκώνει τόν ἄνθρωπο ἀπάνω ἀπό τό κτῆνος καί τόν ντύνει μέ μιάν ἄφθαρτη στολή, κεντημένη μέ κάθε εὐγένεια, μέ κάθε ὑψηλό καί σοβαρό αἴσθημα καί πλουμισμένη μέ τά ἀθάνατα διαμάντια πού λέγουνται φρονιμάδα, σεμνότητα, γενναιότητα τῆς καρδιᾶς, εὐαισθησία κι εὐγένεια τῆς ψυχῆς καί μέ ὅσα κάνουνε τόν ἄνθρωπο, ἀπό ἕνα σιχαμερό ἐξευτελισμένο ζῶο, ἕνα πλάσμα πολύ σπουδαῖο καί θαυμαστό. Γιά τοῦτο λέει ὁ Δαυΐδ στόν Θεό: «Τί εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος καί τόν θυμᾶσαι, τί εἶναι αὐτό τό πλάσμα καί φροντίζεις γι’ αὐτό; Τόν ἔπλασες λίγο πιό κάτω ἀπό τούς Ἀγγέλους, τόν στεφάνωσες μέ δόξα καί μέ τιμή, καί τόν ἔβαλες ἐξουσιαστή ἀπάνω στά ἔργα τῶν χεριῶν σου». «Ἠλάττωσας αὐτόν βραχύ τι παρ’ Ἀγγέλους, δόξῃ καί τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, καί κατέστησας αὐτόν ἐπί τά ἔργα τῶν χειρῶν Σου».

(1895 – 1965)
ΠΗΓΗ: ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΕΡΓΑ–ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ, ΗΓΟΥΝ Κείμενα γύρω ἀπό τίς ἀθάνατες ἀξίες τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς. σέλ. 21, ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1973.
Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




