
Σύντομο κήρυγμα ἐπί τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑ∙Ι∙ΩΝ, (Ἰωάν. 12, 1 – 18), ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΚΥΡΙΑΚΗ». (σελ. 382).
«Μή φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδού ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπί πῶλον ὄνου» (Ἰωάν. 12, 15).
Τό ΠΑΣΧΑ, ἀγαπητοί, ἦταν καί ἐξακολουθεῖ νά εἶνε ἡ πιό μεγάλη γιορτή τῶν Ἑβραίων. Τή γιορτή αὐτή ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι, καί μέχρι σήμερα ἀκόμη, τή γιορτάζουν μέ μεγαλοπρέπεια. Εἶνε ἐθνική καί θρησκευτική γιορτή. Ἡ λέξι πάσχα σημαίνει πέρασμα. Πέρασαν οἱ Ἑβραῖοι ἀπό τή σκλαβιά στήν ἐλευθερία. Πέρασαν ἀπό τήν ἐξορία στή γλυκειά πατρίδα. Γιορτάζοντας τήν ἁγία αὐτή ἡμέρα οἱ Ἑβραῖοι, θυμοῦνται τήν ἱστορία τους, ὅτι δηλαδή οἱ πρόγονοί τους ἦταν τετρακόσια περίπου χρόνια κάτω ἀπό τούς βασιλιᾶδες τῆς Αἰγύπτου, τούς φαραώ, δούλευαν σκληρά στά χωράφια τῶν ἀφεντάδων τους, ἔκαναν τίς πιό βαρειές δουλειές, κουβαλοῦσαν λάσπη καί πέτρες καί ἔχτιζαν τίς περίφημες πυραμίδες, τά ὑψηλά ἐκεῖνα οἰκοδομήματα, πού μέχρι σήμερα σῴζονται στήν Αἴγυπτο. Μά ἐπί τέλους ὁ Θεός τούς λυπήθηκε. Ἔστειλε τό Μωϋσῆ, πού ἀναδείχθηκε μεγάλος πολιτικός καί θρησκευτικός ἀρχηγός. Ὕστερα ἀπό θαύματα, πού ἔκανε ὁ Θεός τιμωρώντας τή σκληροκαρδία τῶν φαραώ, οἱ Ἑβραῖοι ἀφέθηκαν ἐλεύθεροι καί ἄρχισαν νά ἐπιστρέφουν στήν πατρίδα. Ταξίδι μεγάλο καί γεμᾶτο περιπέτειες. Πέρασαν τήν Ἐρυθρά θάλασσα, τή φοβερή ἔρημο τῆς Ἀραβίας, καί ἐπί τέλους ἔφθασαν στήν πατρίδα τους τήν Ἰουδαία, ὅπου ἐγκαταστάθηκαν καί ἔκαναν βασίλειο. Εὐγνώμονες στό Θεό, γιώρταζαν κάθε χρόνο τή μεγάλη αὐτή ἐθνική καί θρησκευτική γιορτή, τό Πάσχα.
* * *
Οἱ Ἑβραῖοι στά κατοπινά χρόνια ἔπαθαν πολλές συμφορές. Ὁ τόπος τους κατακτήθηκε καί ἐρημώθηκε, κι αὐτοί διασκορπίστηκαν σέ ὅλα τά μέρη. Ὅπου ὅμως καί ἄν βρίσκονταν δέν λησμονοῦσαν τή μεγάλη αὐτή γιορτή τους. Ὅταν πλησίαζε ἡ γιορτή αὐτή, ἀπ’ ὅλα τά μέρη οἱ Ἑβραῖοι ξεκινοῦσαν γιά νά πᾶνε στά Ἱεροσόλυμα. Χαρά τους μεγάλη ἦταν νά βρεθοῦν τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα στά Ἱεροσόλυμα κ’ ἐκεῖ νά γιορτάσουν. Ἔτσι κάθε φορά, ὅταν πλησίαζε τό Πάσχα, πολύς κόσμος μαζευόταν στά Ἱεροσόλυμα. Τόσο πολύς, πού δέν ὑπῆρχαν σπίτια γιά νά μείνουν ὅλοι, καί γι’ αὐτό ἔκαναν σκηνές καί ζοῦσαν ἔξω στό ὕπαιθρο.
Ἀλλά τό Πάσχα, γιά τό ὁποῖο μιλάει τό σημερινό Εὐαγγέλιο, ὁ κόσμος πού πῆγε στά Ἱεροσόλυμα ἦταν πολύ περισσότερος ἀπό κάθε ἄλλη φορά. Ὁ κόσμος πού πῆγε αὐτή τή φορά στά Ἱεροσόλυμα δέν πῆγε μόνο γιά νά γιορτάσῃ τό Πάσχα, ἀλλά καί γιατί παντοῦ εἶχε διαδοθῆ, ὅτι παρουσιάστηκε ἐκεῖνο τόν καιρό ἕνας διδάσκαλος, πού ἔλεγε τά ὡραιότερα λόγια καί ἔκανε τά μεγαλύτερα θαύματα. Ἕνας, πού τραβοῦσε κοντά του τούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους, ψαράδες καί ἐργάτες, γυναῖκες καί παιδιά. Ἕνας, πού στό πέρασμά του σκορποῦσε τήν εὐλογία καί τή χαρά. Κι αὐτός ἦταν ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Ὅλος αὐτός ὁ κόσμος, πού εἶχε μαζευτῆ στά Ἱεροσόλυμα καί ἦταν πάνω ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο, ἤθελε νά δῇ τό Χριστό.
Ἀλλ’ ὁ Χριστός δέν ἦταν στά Ἱεροσόλυμα. Ποῦ ἦταν; Βρισκόταν σ’ ἕνα μικρό χωριό ἔξω ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, στή Βηθανία. Ἐκεῖ ὁ Χριστός σάν χθές, Σάββατο, ἔκανε τό μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα τά θαύματα πού εἶχε κάνει μέχρι τότε. Πῆγε στά μνήματα, ἐκεῖ ὅπου ἦταν θαμμένος καί ὁ φίλος του ὁ Λάζαρος, πού εἶχε πεθάνει πρίν ἀπό τρεῖς μέρες. Στάθηκε μπροστά στόν τάφο του, καί φώναξε· «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰωάν. 11, 43). Λάζαρε, βγές ἔξω ἀπό τόν τάφο σου. Ποιός μπορεῖ, χριστιανοί μου, νά πῇ αὐτό τό λόγο μπροστά σ’ ἕνα μνῆμα; Χίλιες φορές νά φωνάζουμε μπροστά στόν τάφο ἑνός ἀγαπητοῦ μας προσώπου, τίποτα δέν θά κατορθώσουμε. Ὁ νεκρός δέν πρόκειται νά κινηθῇ. Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δέν εἶνε ὅπως ὁ λόγος τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι λόγος παντοδύναμος. Κι ὅπως ἄλλοτε ἀπό τό μηδέν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στάθηκε ἱκανός νά δημιουργήσῃ ὅλο τό σύμπαν, ἔτσι καί τώρα ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, λόγος Θεοῦ, ἔφτασε γιά ν’ ἀναστηθῇ ὁ Λάζαρος. Ὦ, τί θαῦμα!
Ἡ εἴδησις αὐτή, ὅτι ὁ Χριστός πῆγε στά μνήματα καί ἀνέστησε τό Λάζαρο, αὐτή ἡ εἴδησι σάν ἀστραπή διαδόθηκε ἀπό στόμα σέ στόμα. Ὅπου καί ἄν στεκόσουν στά Ἱεροσόλυμα, δέν ἄκουγες τίποτε ἄλλο, παρά μόνο τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι μιλοῦσαν γιά τό Χριστό. Ὅλοι ἐπιθυμοῦσαν νά τόν δοῦν. Ὅλοι νά τόν χαιρετίσουν. Ὅλοι νά τόν ζητωκραυγάσουν. Ὅλοι νά τόν πάρουν στά χέρια καί νά τόν κάνουν βασιλιᾶ. Θά ἦταν ὁ πιό ἄξιος βασιλιᾶς. Γιατί ποιός ἄλλος ἔκανε τέτοια θαύματα σάν τό Χριστό; Ποιός ἄλλος ἔδειξε τέτοια δύναμι; Ὅλοι οἱ βασιλιᾶδες, κι αὐτοί οἱ πιό δυνατοί σάν τόν Μέγα Ἀλέξανδρο καί τόν Καίσαρα, πού νίκησαν ὅλους τούς ἄλλους καί ἵδρυσαν ἀπέραντες αὐτοκρατορίες, στό τέλος νικήθηκαν ἀπό τό θάνατο. Ἕνα μνῆμα ἄνοιξε καί τούς ἔθαψε γιά πάντα. Ἀλλ’ ὁ Χριστός εἶνε ὁ μόνος πού νίκησε τό χάρο. Σ’ αὐτόν καί μόνο ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
* * *
Γι’ αὐτό, ὅταν τήν ἄλλη μέρα ὁ Χριστός πῆρε τούς μαθητάς του καί ξεκίνησε νά πάῃ στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά γιορτάσῃ καί αὐτός τή μεγάλη γιορτή, τό Πάσχα, ὅλος ὁ κόσμος ξεσηκώθηκε. Μιά φωνή ἀκουγόταν· «Ἔρχεται ὁ Χριστός». Καί ἔγινε μιά ὑποδοχή, πού σέ κανένα βασιλιᾶ δέν εἶχε γίνει. Μιά ὑποδοχή αὐθόρμητη. Μιά ὑποδοχή ὅπου ἔλαβε μέρος ὅλος ὁ κόσμος, καί τά μικρά ἀκόμη παιδιά. Ἐκδηλώσεις πρωτοφανεῖς. Ἄλλοι ἔκοβαν κλαριά ἀπό φοινικόδεντρα, τά ἔσειαν καί φώναζαν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰωάν. 12, 13). Ἄλλοι ἔβγαζαν τά ροῦχα τους καί τά ἔστρωναν στό δρόμο ὅπου θά περνοῦσε ὁ Χριστός.
Καί ὁ Χριστός; Δέν παρουσίαζε τίποτε ἀπό αὐτά πού παρουσιάζουν ἐξωτερικά οἱ βασιλιᾶδες καί θαμπώνουν τούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός δέν φοροῦσε μεταξωτά ῥοῦχα. Δέν φοροῦσε τήν κόκκινη, τήν πανάκριβη ἐκείνη στολή, πού φοροῦσαν οἱ βασιλιᾶδες τοῦ καιροῦ ἐκείνου, τήν πορφύρα. Στήν κεφαλή του δέν ἔλαμπε στέμμα ἀπό διαμάντια. Δέν κρατοῦσε σκῆπτρο. Δέν καθόταν σέ ἅρμα πολεμικό, οὔτε σέ ἄλογο χρυσοστολισμένο καί ὑπερήφανο. Οὔτε συνωδευόταν ἀπό στρατηγούς καί στρατεύματα. Οὔτε ἐμπρός του προπορεύονταν σαλπιγκταί, πού νά σαλπίζουν καί νά προειδοποιοῦν τό λαό. Τίποτε ἀπ’ αὐτά τά κοσμικά μεγαλεῖα. Ὁ Χριστός, ὅπως πάντοτε, ἔτσι καί τή μέρα αὐτῆς τῆς δόξης του φάνηκε πολύ ταπεινός. Σ’ ἕνα γαϊδουράκι καθόταν. Ψαρᾶδες τόν συνόδευαν. Παιδιά ἀθῷα ἔτρεχαν μπροστά του καί τραγουδοῦσαν. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία, πού πεντακόσια χρόνια πρίν γεννηθῇ ὁ Χριστός εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Ζαχαρίας. Ὁ Ζαχαρίας προεῖδε τήν ἡμέρα αὐτή πού χιλιάδες λαός γεμᾶτος ἐνθουσιασμό θά ὑποδεχόταν τό Χριστό, καί εἶπε· «Μή φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδού ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπί πῶλον ὄνου» (πρβλ. Ζαχ. 9, 9).
* * *
Βασιλεύς ὁ Χριστός! Βασιλεύς, πού τό θρόνο του δέν στηρίζει πάνω στή βία καί στά ὅπλα. Βασιλεύς, πού καλεῖ τούς ἀνθρώπους ἐλεύθερα νά τόν ἐκλέξουν καί νά τόν ἀναγνωρίσουν ὡς ἐξουσιαστή. Βασιλεύς, πού θυσιάζεται γιά νά σώσῃ τούς ὑπηκόους του. Βασιλεύς αἰώνιος. «Καί τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. 1, 33). Τό μαρτυροῦν ἑκατομμύρια πιστοί ὑπήκοοί του, ἄντρες, γυναῖκες καί παιδιά, πού προτίμησαν νά πάθουν τά πιό φρικτά μαρτύρια, παρά νά τόν ἀρνηθοῦν καί νά τόν προδώσουν. Γι’ αὐτόν τόν βασιλιᾶ πάντοτε θα΄ακούγεται τό «Ὡσαννά». Θρόνος του εἶνε οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
Ἀδέρφια μου· τή Μεγάλη Παρασκευή πού ὁ Βασιλεύς μας θά εἶνε ὑψωμένος στό θρόνο του, στόν Τίμιο Σταυρό, ἄς πᾶμε κ’ ἐμεῖς, ἄς γονατίσουμε μπροστά του μέ ταπείνωσι καί εὐγνωμοσύνη, καί μέσα ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας ἄς ποῦμε τό δικό μας «Ὡσαννά». Ἕνα ἀπό ‘κεῖνα τά «Ὡσαννά», πού εἶπαν τά ἀθῷα παιδιά.

(20 Απριλίου 1907 – 28 Αυγούστου 2010)
Οἱ Εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




