M

Close

Οἱ λίγοι καθυστερημένοι ἀνάμεσα στούς σημερινούς ἀνθρώπους.

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

           Ὅπως ὁ φυλακισμένος ἔχει γυρισμένα τά μάτια του κατά τή στενή θυρίδα τῆς φυλακῆς του γιά νά πάρει λίγη ἐλπίδα ἀπό μιά μικρή ἀχτίνα τοῦ ἥλιου, ἔτσι κι ἐμεῖς φέτος, ὕστερ’ ἀπό τή βαρυχειμωνιά, μέ τίς παγωνιές, μέ τά χιόνια, μέ τίς βροχές, μέ τά μαῦρα σύννεφα πού καταπλακώνουν ἀκόμα τήν ἀτμοσφαῖρα καί σφίγγουνε τήν ψυχή μας, περιμένουμε ἀνυπόμονα νά δοῦνε τά μάτια μας λίγον γαλανό οὐρανό, καί νά χαρεῖ ἡ καρδιά μας τό χρυσό φῶς τοῦ ἥλιου. Μά ἐκεῖνα τά σύννεφα στιβάζουνται τὄνα ἀπάνω στ’ ἄλλο, ἑκατομμύρια σύννεφα, ἴδια μέ βαρειούς βράχους, καί μποδίζουνε μέ πεῖσμα τόν ἥλιο νά μᾶς δείξει τό χαροποιό πρόσωπό του, λές καί εἶναι κακά καί ζηλόφθονα δαιμόνια. Γιά μιά στιγμή παραμερίζουν κι ἀνοίγει ἕνα μικρό παράθυρο σ’ αὐτό τό σκυθρωπό καί μολυβένιο κάστρο πού κρύβει τόν οὐρανό, μά ὥς νά προφτάξει τό μάτι νά χαρεῖ λίγη γαλανή ἐλπίδα, σμίγουνε πάλι σάν μελανές κοτρῶνες, πού κατρακυλᾶνε καί χάνεται μονομιᾶς ἐκείνη ἡ μικρή γωνιά τοῦ παραδείσου, πού φάνηκε γιά μιά στιγμή, κι ἀπομένουμε μέ τήν ἐλπίδα πώς θά τήν ξαναδοῦμε.

           Μά περνᾶνε οἱ μέρες καί δέν ἀλλάζει τίποτα. Τά ἄσπλαχνα σύννεφα, σκεπάζουνε ἀδιάκοπα τόν οὐρανό, μέρα – νύχτα, σάν τά παπλώματα, πού σκεπάζουνε τόν ἄρρωστο πού δέν ἔχει ἐλπίδα νά δεῖ τήν ὑγειά του καί νά τά πετάξει ἀπό πάνω του.

           Αὐτό τό βορεινό θέαμα παρουσιάζει ὁ οὐρανός μας τά τελευταῖα χρόνια καί κάθε χρόνο γίνεται χειρότερο. Χάσαμε τήν παρηγοριά πού μᾶς χάριζε ὁ χαρούμενος οὐρανός μας. Ἔγινε κι αὐτός βαρύς καί καραμουτζωμένος, γιά νά εἶναι σύμφωνος μέ ὅλη τήν κατάσταση τοῦ κόσμου, μέ τήν ἄχαρη ζωή μας πού τή μασᾶνε καί τήν κομματιάζουνε οἱ ἄγριες μασέλες τῆς μηχανῆς, μέ τή σαστιμάρα καί μέ τήν ταραχή πού ἔχει τό μυαλό μας, μέ τήν ἀγωνία πού ἔχει ἡ καρδιά μας.

           Φαγώθηκε ὁ ἄνθρωπος μέ τήν καινούρια θρησκεία του, τή μηχανική ἐπιστήμη, καί τώρα ἀπολαμβάνει τά καλά της, κι ἀπό μέσα του κι ἀπ’ ἔξω του. Μέ τά ἀεροπλάνα τά λεγόμενα ἀεριωθούμενα, πού κάνουν σάν διαβόλοι, καί λιανίζουν τήν ἀτμοσφαῖρα καί τήν κάνουνε κιμᾶ, μέ τούς ἀσύρματους, μέ τά ραντάρ, μέ τούς πύραυλους, καί μέ τ’ ἄλλα τά διάφορα σατανικά ἐφευρήματα, γίνηκε κόλαση ὁ κόσμος, μ’ ὅλο ποῦ ἔλεγε ἡ περηφάνειά μας πώς αὐτό θά κάνει τή γῆ ἕναν παράδεισο. Νά, λοιπόν, πού τήν ἔκανε παράδεισο, ἀλλά ἕναν παράδεισο δίχως φῶς, δίχως χαρά, δίχως εἰρήνη, δίχως ἀγάπη, δίχως ἐλπίδα, δίχως ἐμορφιά.

           Στόν φυσικό κόσμο ἐξώντωσε τόν ἥλιο, μέ τά βρωμομανιτάρια πού βγαίνουνε ἀπό τίς ἀτομικές μπόμπες καί πού ἀνεβαίνουνε στόν οὐρανό καί τόν καπλαντίζουνε μέ φαρμακερούς ἀτμούς κι ἀντάρες. Φαρμάκωσε ὅλες τίς θροφές τ’ ἀνθρώπου μέ τήν ἐπιστήμη τοῦ σατανᾶ, τή χημεία, φαρμάκωσε τά λάχανα, τά χόρτα, τά δέντρα, τά ζῶα, τά πουλιά, τά ψάρια, ἔτσι πού τό κρέας τους νά εἶναι ἄρρωστο καί νά σαπίζει σέ μιά μέρα καί νά εἶναι ἄνοστο σάν κανένα λάστιχο. Κι ὁ ἄνθρωπος πού τρώγει αὐτά τά κατασκευάσματα, πῶς μπορεῖ νά ἔχει ὑγεία, πῶς νά μή σαπίσει ἀπό τίς ἀρρώστειες, πῶς νά μήν ἐκφυλιστεῖ; Τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς φοβερῆς παραμόρφωσης πού ἔχει πάθει ὁ φυσικός κόσμος, εἶναι ἡ παραμόρφωση πού ἔρχεται στό πνεῦμα καί στήν ψυχή καί πού ἀποκορυφώνεται μέ τήν τρέλλα πού φανερώνεται στίς ἀμέτρητες θεωρίες καί στά λαμπρά ἔργα τῆς τέχνης.

           Κυττάξετε γύρω μας, τί κάνουνε οἱ σημερινοί ἄνθρωποι στίς τέχνες, πού ἄλλη φορά χαροποιούσανε καί ξεκουράζανε τόν ἄνθρωπο, γι’ αὐτό κι οἱ Ἕλληνες λέγανε «τέχνη ἐστί τέρψις» καί «ἀτυχήσασι τέχνη παρηγοριά». Σ’ αὐτό τό χάος τῆς ἀπελπισίας πού κατάφερε νά κάνει ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπόμεινε τίποτα πού νά μήν ἔχει ἀπάνω του τή φριχτή σφραγίδα τῆς τρέλλας καί τῆς φρίκης. Ἡ πολιτική κατάσταση εἶναι μαύρη καί σκοτεινή, ἡ γνώση, ἡ ἐπιστήμη κι οἱ διάφορες θεωρίες τους εἶναι κι αὐτές σάν βραχνάδες, τό ἴδιο καί χειρότερο εἶναι καί ἡ τέχνη, πού ἤτανε ἡ τελευταία ἐλπίδα καί παρηγοριά γιά τόν ἄνθρωπο. Καμαρώστε τί «ἔργα» παρουσιάζουν οἱ «τέχνες» σήμερα. Εἶναι νά φράζει κανένας τά μάτια του. Ὅλα αὐτά τά πασαλείμματα ἀπάνω στούς μουσαμάδες, πού λέγουνται «ἔργα ζωγραφικῆς», ὅλα αὐτά τά παλιοσίδερα ἤ τά νταμαροκοτρώνια πού παρουσιάζονται γιά «ἔργα γλυπτικῆς» σέ κάνουν ὄχι μονάχα νά ἀηδιάσεις γιά τό κατάντημά μας, ἀλλά καί νά θυμώσεις γιά τήν ἀδιαντροπιά πού φανερώνουν αὐτά τά τερατουργήματα. Γιατί, ἕνα χαρακτηριστικό τοῦ καιροῦ μας, πού ὑπάρχει μέσα σέ ὅλα, εἶναι ἡ ἀδιαντροπιά. Μπορεῖ κανένας πολύ σωστά νά πεῖ γιά τήν ἐποχή μας πώς εἶναι ἡ ἐποχή τῆς τρελλας καί τῆς ἀδιαντροπιᾶς. Γιατί, ἄν δέν εἶναι κανένας ἀδιάντροπος, πῶς θά κάνει τέτοια «ἔργα», σάν κι αὐτά πού εἴπαμε παραπάνω;

           Ἀλλά καί τί ἄλλο ἀπό ἀδιαντροπιά φανερώνουν καί τά μάτς μέ τή θεά μπάλλα, πού τήν κλωτσᾶνε ἕνα σωρό χασομέρηδες, γιά νά διασκεδάσουνε τίς μυριάδες «φίλαθλους», πού δέν εὑρῆκαν ἄλλο τίποτα γιά νά νοιώσουν ἀγωνία καί χτυποκάρδι, ἀλλά μόνο τή «μπάλλα»; Καί γίνουνται σοβαρά συνέδρια γιά τή μπάλλα, μέ ἀντιπροσωπεῖες, μέ συζητήσεις, μέ ἀνακοινωθέντα, μέ δημοσιογράφους. Σέ τέτοιο δυσθεώρητο ὕψος δέν ἔφταξε ποτέ ἡ ἀνοησία.

           Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σάν ἄδεια κανάτια, καί προσπαθοῦν νά γεμίσουν τόν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρό σκουπίδια, μπάλλες, ἐκθέσεις μέ τερατουργήματα, ὁμιλίες καί ἀερολογίες, καλλιστεῖα, πού μετριέται ἡ ἐμορφιά μέ τή μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους, συλλόγους λογῆς – λογῆς μέ γεύματα καί μέ σοβαρές συζητήσεις γιά τόν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, σύνδεσμους ἀφιερωμένους στούς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρό ἄλλα τέτοια.

           Αὐτή, μέ μιά ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, πού νά μήν ἀβασκαθεῖ! Ποῦ νά βρεῖ κανένας καταφύγιο;

           Ἐκείνους τούς λίγους πού δέν εἶναι ἐνθουσιασμένοι ἀπό «τά θαύματα τῆς ἐποχῆς μας», οἱ ἄλλοι, αὐτή ἡ μερμηγκιά πού ἔκανε αὐτόν τόν παράδεισο καί πού τόν χαίρεται, τούς λέγει τρελλούς, ὅπως θά λέγανε παλαβούς κάποιους ἀνθρώπους μέ σωστά μυαλά οἱ ἄρρωστοι τοῦ φρενοκομείου, βλέποντάς τους ἀνάμεσά τους.

           Δόξα στόν Θεό, πού ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιά μᾶς πού δέν εἴμαστε σέ θέση νά νοιώσουμε «τό μεγαλεῖο τῆς ἐποχῆς μας». Δόξα στόν Θεό πού ὑπάρχουν ἀκόμα βουνά, χωράφια καί κάποιοι τόποι πού δέν τούς ἐξήρανε αὐτή ἡ φυλλοξήρα πού λέγεται πολιτισμός!

           Τράβα, λοιπόν, μακρυά ἀπό τίς σφηγκοφωλιές πού τίς λένε πολιτεῖες, γιά νά γλυτώσεις ἀπό τό μαράζι, γιά νά νοιώσεις ἀπάνω σου τή ζωογόνα πνοή τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, αὐτό δέν φτάνει. Πρέπει νά ἔχεις μάτια ἁγνά γιά νά βλέπεις, αὐτιά ἁγνά γιά ν’ ἀκοῦς, καρδιά ἁγνή γιά νά αἰσθάνεσαι, κι ὄχι χαλασμένη. Γιατί ἀπό τίς πολιτεῖες τρέχουνε γιά νά φύγουνε, ὅποτε μπορέσουνε, κι ἐκεῖνοι πού καυχιοῦνται πώς ἡ ἐποχή μας εἶναι θαυμάσια, μά, φεύγοντας ἀπό τίς σφηγκοφωλιές, κουβαλᾶνε μαζί τους καί τήν παραμορφωμένη ψυχή τους. Γι’ αὐτό δέν εἶναι σέ θέση νά νοιώσουνε τήν ἐμορφιά ἑνός βουνοῦ, παρά μόνο σάν ὀρειβάτες, μ’ ἄλλα λόγια δέν νοιώθουνε τίποτα, μήτε ἕνα δέντρο εἶναι σέ θέση νά χαροῦνε, μήτε τό μυστήριο πού ἔχει τό κῦμα, μήτε τό θρησκευτικό πανηγύρι τῶν λουλουδιῶν. Κι αὐτή εἶναι ἡ αἰτία πού τρέχουνε σάν τρελλοί μέ τ’ αὐτοκίνητα γιά νά μή δοῦνε τίποτα, νά μήν αἰσθανθοῦνε τίποτα, νά μήν ἀγαπήσουνε τίποτα. Αὐτό τό λένε «φυσιολατρία»! Ὅπως καταντήσανε τά πάντα, οἱ ἰδέες, οἱ τέχνες, οἱ θρησκεῖες, ἔτσι κατάντησε κι ἡ φυσιολατρία.

           Ἐμεῖς ὅμως «οἱ καθυστερημένοι», περπατᾶμε καί χαιρόμαστε σάν βλέπουμε ἕνα κομμάτι γαλανόν οὐρανό, ἀνάμεσα στά σύννεφα, καί κανένα χελιδόνι πού πετᾶ ἀποπάνω μας καί πού θαρρεῖς πώς θά τρυπώσει μέσα στό γαλάζιο ἐκεῖνο παραθύρι. Νοιώθουμε τή μυρουδιά πού βγάζουνε τ’ ἀγριολούλουδα καί τ’ ἁγιασμένα χορτάρια, καθώς καί τό χῶμα τῆς βλογημένης γῆς μας. Ἀναστηνόμαστε ἀπό τ’ ἀγεράκι πού φυσᾶ, σάν νἄμαστε βαρυποινῖτες πού δραπετέψαμε ἀπό τή φυλακή, καί δοξάζουμε τόν Κύριο ποῦ δέν εἴμαστε σέ θέση νά νοιώσουμε τήν ἐξαίσια ἐποχή μας καί τά καλά της.

Φώτης Κόντογλου
(1895 – 1965)

           ΠΗΓΗ: ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΕΡΓΑ–ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ, ΗΓΟΥΝ Κείμενα γύρω ἀπό τίς ἀθάνατες ἀξίες τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς. σέλ. 13 – 16, ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1973.

           Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.

Related Posts

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

            Μοναχός τις, ἁπλοῦς κατά τήν διάνοιαν, ἤτοι μαθητής του ἱεροῦ Παϊσίου, ὑπακούων καλῶς εἰς ὅλα του τά προστάγματα· μεταβαίνων δέ οὗτος μίαν φοράν εἰς τήν Αἴγυπτον, διά να πωλήσῃ ἐργόχειρον, ἀπήντησε εἰς...

Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί. Πάσχα Κυρίου Πάσχα, ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν Χριστός ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας.

Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί. Πάσχα Κυρίου Πάσχα, ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν Χριστός ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος. Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος.

ΤΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩ ΣΑΒΒΑΤΩ

ΤΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩ ΣΑΒΒΑΤΩ

Τῷ ΑΓΙΩ καί ΜΕΓΑΛΩ ΣΑΒΒΑΤΩ, τήν ΘΕΟΣΩΜΟΝ ΤΑΦΗΝ καί τήν εἰς ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΝ τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ἑορτάζωμεν, δι' ὧν τῆς φθορᾶς τό ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν, πρός αἰωνίαν ζωήν μεταβέβηκε. Μάτην φυλάττεις τόν Τάφον, κουστωδία· Οὐ γάρ καθέξει Τύμβος...

Η ΘΕΟΣΩΜΟΣ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ & ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΘΕΟΣΩΜΟΣ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ & ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· ζωοδότα Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν δόξα σοι. Μάτην φυλάττεις τόν Τάφον,...