M

Close

Ἀγωνία καί ἀπιστία. Ἡ πονηρή ἐπιστήμη.(Β’ Μέρος)

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

Ἅγιος Ἀλέξανδρος τοῦ Σβίρ.
Ὁ Ἅγιος ποῦ τόν ἀκούμπησε ἡ Ἁγία Τριάδα

«Τάδε λέγει Κύριος. Ἀπέστησαν μακράν ἀπ’ ἐμοῦ καί ἐπορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων» (Ἱερεμ. β’,5)

Ἡ σημερινή ἐπιστήμη, μέ τίς ἀνακαλύψεις καί τίς ἐφευρέσεις της, ζάλισε σέ τέτοιο βαθμό τούς ἀνθρώπους, πρό πάντων τούς νέους, πού τούς ἔκανε νά παραλογίζουνται.

Ἕνας νέος Ἀμερικανός γράφει τά παρακάτω: «Μᾶς εἶναι ἀδύνατο νά κατανοήσουμε ἕνα Θεό τόσο ἀπροσπέλαστον πνευματικά σέ μᾶς. Ἡ θρησκεία μας δέν μπόρεσε ἤ δέν θέλησε νά μᾶς φέρει σέ ἐπαφή μαζί του. Ἀντίθετα, τό ὅτι ἐπέταξε ὁ ἄνθρωπος στό διάστημα, πού, κατά τή θρησκεία, ἤτανε ἀπαραβίαστο βασίλειο τοῦ Θεοῦ, μᾶς ἔκανε νά ἀπιστήσουμε περισσότερο στήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ».

Πρῶτα λέγει πώς δέν μπορεῖ νά κατανοήσει ἕναν Θεό πού εἶναι πνευματικά ἀπροσπέλαστος σ’ αὐτόν. Ὁ δυστυχισμένος αὐτός νέος θαρρεῖ πώς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά πλησιάσει τόν Θεό μέ τόν τρόπο πού τόν δίδαξε ἡ ἐπιστήμη, νά ἀνακαλύψει τόν Θεό, ὅπως κάνει τίς μηχανικές ἀνακαλύψεις της ἡ ἐπιστήμη, δηλαδή ψάχνοντας καί ἐρευνῶντας μέ τό μυαλό, καί ζητῶντας ἀποδείξεις. Μέ ἄλλα λόγια, μ’ ἕναν τρόπον ἐξωτερικό, μηχανικό. Γιατί δέν διδάχθηκε καί δέν γνωρίζει πώς ὁ Θεός βρίσκεται μέσα μας, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πού λέγει: «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι», καί κατά τόν ἄλλον λόγο πού λέγει ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «Ἐμφανής ἐγενήθην τοῖς ἐμέ μή ἐπερωτῶσιν, εὑρέθην τοῖς ἐμέ μή ζητοῦσιν», πού θά πεῖ: «Φανερώθηκα σέ κείνους πού δέν ρωτᾶνε μέ πονηρή περιέργεια ἄν ὑπάρχω, καί βρέθηκα ἀπό κείνους πού δέν ψάχνουνε νά μέ βροῦνε μέ κάποιον τρόπο πού δέν εἶναι σωστός».

Ὁ νέος αὐτός ζήτησε ἀπό τή θρησκεία νά τοῦ δείξει μέ τί τρόπο βρίσκεται ὁ Θεός. Μά ὁ Θεός βρίσκεται μέ τρόπο πνευματικό κι ὄχι μέ τόν τρόπο πού πορεύεται ἡ ἀνθρώπινη γνώση. Ἀλλά, ὁ κληρικός πού συμβουλεύθηκε, θά τόν ἀπογοήτεψε, ἐπειδή θά ἐπιχείρησε νά τόν ὁδηγήσει μέ τόν πνευματικό τρόπο τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί τῆς πρακτικῆς λογικῆς πού συνηθίζουνε οἱ σημερινοί κληρικοί καί θεολόγοι, προπάντων κάποιοι πρακτικοί Ἀγγλοσάξωνες, πού δέν ἔνοιωσαν πώς ἡ πίστη δέν ἔχει σχέση μέ τήν ἐπιστημονική λογική καί πώς δέν γεννιέται καί δέν στερεώνεται μέ ἀποδείξεις. Ἐπιχειροῦν, π.χ., νά «ἀποδείξουν» πώς ὑπάρχει Θεός καί πώς εἶναι ἀληθινά ὅσα λέγει ἡ Γραφή καί τό Εὐαγγέλιο, φέρνοντας ἐπιχειρήματα ἀπό τή φυσική, ἀπό τήν ἱστορία κι ἀπό τίς ἄλλες ἀνθρώπινες γνώσεις. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι πώς ὁ ἄνθρωπος πού θέλουνε νά κατηχήσουνε μ’ αὐτόν τόν τρόπο, νοιώθει ἴσια – ἴσια πόσο ἀδύνατα εἶναι αὐτά τά ἐπιχειρήματα καί πόσο ἀνίκανα νά τόν κάνουνε νά πιστέψει. Γιατί, αὐτός ὁ ὀρθολογιστικός τρόπος εἶναι τέτοιος, πού δίνει πιό γερά ἐπιχειρήματα στήν ἐπιστήμη, πού γι’ αὐτή εἶναι ὁ κατάλληλος, παρά στή θρησκεία, πού δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τούς τρόπους τῆς ἐπίγειας γνώσης. Κανένας ποτέ δέν πίστεψε στόν Θεό μ’ αὐτόν τόν ἀντιπνευματικό τρόπο, πού φανερώνει τήν ἀδυναμία τῆς θρησκείας ἀπέναντι στήν ἀνθρώπινη γνώση, ἐπειδή ἡ θρησκεία πορεύεται μέ πνευματικούς τρόπους, κι ὄχι μέ ὑλιστικούς. Κι ἄν, καμμιά φορά, ὁ ἄνθρωπος πού θέλησε κάποιος νά τόν κάνει νά πιστέψει μέ τούς τρόπους τῆς ἐγκόσμιας γνώσης, νομίσει πώς πίστεψε στόν Θεό, ὁ Θεός πού σχημάτισε μέσα στό μυαλό του, εἶναι ἕνα ψεύτικο ὁμοίωμα τοῦ Θεοῦ, ἕνα γέννημα τοῦ λογικοῦ του, πού γεννήθηκε ἀπό τίς λογικές ἀποδείξεις πού δέχτηκε, ἕνα ὁμοίωμα πού ἔχει τόση ὁμοιότητα μέ τόν ἀληθινόν Θεό, ὅση ἔχει ἡ Πολική Ἄρκτος τοῦ οὐρανοῦ μέ τήν ἀρκούδα πού ζεῖ μέσα στά δάση τῆς γῆς.

            Ὁ Θεός δέν βρίσκεται μέ τό μυαλό, ἀλλά νοιώθεται μέ τήν καρδιά. Ἡ ἐπιστήμη κι ἡ ἐπίγεια γνώση δέν ἔχουνε καμμιά σχέση μέ τήν καρδιά. Ὁ Ἀμερικανός νέος λέγει στό γράμμα του πώς δέ μπορεῖ νά «κατανοήσει» τόν Θεό. Ὁ δυστυχής ἔμαθε μοναχά νά «κατανοεῖ», ἔμαθε νά πηγαίνει γιά νά συναντήσει ὅποιο πρᾶγμα κι ἄν εἶναι, ἀπό ἕναν καί μοναδικό δρόμο, τόν δρόμο τῆς μηχανικῆς γνώσης. Δέν γνωρίζει κανέναν ἄλλον δρόμο. Πῶς μπορεῖ, λοιπόν, νά γνωρίσει τόν Θεό, πού σ’ αὐτόν δέν ὁδηγεῖ ποτέ αὐτός ὁ δρόμος; Κι ἐπειδή ὅσοι περπατᾶνε ὁλοένα καί μοναχά μέ τά δεκανίκια τῆς λογικῆς, ἀπό τό μεγάλο κόλλημα πού ἔχουνε στή λογική, πέφτουνε στούς πιό ἀπίστευτους παραλογισμούς, κι ὁ νέος πού γράφει αὐτά πού εἴπαμε πρωτύτερα, λέγει τό παράδοξο αὐτό πρᾶγμα, πώς τό νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά πετάξει στό διάστημα, τόν ἔκανε νά γίνει πιό ἄπιστος. Λέγω πώς παραλογίζεται, ἐπειδή τί σχέση μπορεῖ νἄχει τό πέταγμα στούς πλανῆτες μέ τό ζήτημα τῆς πίστης; Μήτε τόν ἄπιστον μπορεῖ νά τόν κάνει πιό ἄπιστο, μήτε τόν πιστό πιό πιστό. Ἀλλοίμονο ἄν, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος πῆγε πεντακόσια χιλιόμετρα πιό κοντά στό φεγγάρι, ἤ πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα, ἤ πέντε δισεκατομμύρια χιλιόμετρα κοντύτερα στόν ἀστερισμό τοῦ Ἡρακλέα, ἄν αὐτό τό πράγμα λιγόστεψε ἤ δυνάμωσε τήν πίστη του στόν Θεό! Μ’ αὐτά τά «καταπληκτικά κατορθώματα τῆς ἐπιστήμης» δέν ἀλλάζει τίποτα ἀπ’ ὅτι ὑπῆρχε πρίν.

Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν ἀλήθεια πού καταλαβαίνει ἡ ἐπιστήμη, καί στήν ἀλήθεια πού νοιώθει ἡ θρησκεία, εἶναι κι ἀπομένει πάντα ἡ ἴδια στόν αἰώνα. Ὁ ὑλικός κι ὁ πνευματικός κόσμος στέκουνται πάντα οἱ ἴδιοι κι ἀνάλλαχτοι, ἀμετατόπιστοι. Ἀπ’ αὐτά πού «κατώρθωσε ἡ ἐπιστήμη», κι ἄλλα τόσα, δέν αἰσθάνεται τίποτα νά ἀλλάζει μέσα του ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει στόν Θεό. Τοῦτα τά τρομερά πράγματα γίνουνται στόν ὑλικό κόσμο καί καταπλήττουν ἐκείνους, πού γι’ αὐτούς, ὅλος κι ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ὁ ὑλικός, τοῦτος πού νοιώθουμε μέ τίς αἰσθήσεις. Γιά τόν ἄνθρωπο ὅμως πού ἔχει μέσα στήν καρδιά του τή φλόγα τῆς πίστης, πού γνωρίζει μέ ἄλλα λόγια, τήν ὑπέρτατη ἀληθινή ἀλήθεια, τά διαπλανητικά ταξίδια κι οἱ πύραυλοι, κι ὅλα τά ἄλλα κατορθώματα τῆς ἐπιστήμης, εἶναι γι’ αὐτόν ὅτι ἤτανε γιά τό βόδι τό κουνοῦπι πού κάθησε ἀπάνω στό κέρατό του, καί πού εἶχε τήν ἰδέα πώς τό βαραίνει. Ὅποιος πιστεύει στόν Θεό καί στόν μυστικό κόσμο τοῦ πνεύματος, εἶναι ὁ ἴδιος σ’ ὅλους τούς καιρούς. Ὁ σημερινός πιστός εἶναι ἴδιος μέ τόν πιστό πού ἔζησε πρό χιλιάδες χρόνια, ὁ ἴδιος μέ τόν Ἀβραάμ. Ὅπως κι ὁ ἄπιστος. Ἡ φύση τῆς πίστης καί τῆς ἀπιστίας δέν ἀλλάζει ποτέ καί μέ τίποτα κι οὔτε μετατοπίζονται τά σύνορά τους. Γιά τοῦτο λέγω πώς παραλογίζονται ὅσοι λένε πώς ἡ ἐπιστήμη μέ τίς ἐφευρέσεις της καί μέ τίς ἀνακαλύψεις της δυνάμωσε τήν ἀπιστία τους. Καμμιά ἐφεύρεση καί καμμιά ἀνακάλυψη δέν θά μπορέσει νά φανερώσει στόν ἄνθρωπο αὐτό πού βρίσκεται μέ τήν ἁπλότητα καί μέ τήν καθαρότητα τῆς διάνοιας, μήτε νά κρύψει ἀπό τά μάτια τοῦ πιστοῦ αὐτά πού βλέπει κατακάθαρα πέρα ἀπό κεῖ πού φτάνουνε τά σαρκικά μάτια, τά σαρκικά αὐτιά, καί τό χωματένιο μυαλό τῆς ἐπιστήμης.

            Παρακάτω γράφει ὁ νέος Ἀμερικανός: «Μιά ζωή χωρίς Θεό δέν εἶναι κάτι πού δέ μπορεῖ νά ζήσει κανένας». Ὁ νέος αὐτός γεννήθηκε κι ἔζησε τήν ψεύτικη ζωή τῆς μηχανοκρατίας κι αὐτή τή ζωή γνώρισε γιά ζωή, αὐτή λέγει πώς εἶναι ἡ ζωή καί καμμιά ἄλλη, ἀφοῦ δέν ὑποπτεύεται πώς ὑπάρχει καί κάποιο ἄλλο εἶδος ζωή, παρεκτός ἀπ’ αὐτή πού γνώρισε. Τό ἴδιο θἄλεγε καί γιά τό φῶς ἕνας ἄνθρωπος πού γεννήθηκε καί πέρασε τή ζωή του μέσα σ’ ἕνα σκοτεινό ὑπόγειο καί πού θά νόμιζε πώς εἶναι τό πιό λαμπερό φῶς ἐκεῖνο πού συνήθισε νά βλέπει μέσα στό ὑπόγειο, μή γνωρίζοντας, ὁ δύστυχος, πώς ἔξω ἀπό τό μπουντροῦμι του λαμποκοπᾶ ὁ ἥλιος, πού δέν ἀξιώθηκε νά τόν δεῖ ποτέ του.

            Ἄν διάβαζε τό Εὐαγγέλιο, δέν θά καταλάβαινε τίποτα ἀπό τά λόγια πού εἶπε ὁ Χριστός στόν νέο πού ἤθελε νά πάγει νά θάψει τόν πατέρα του: «Ἄφες τούς νεκρούς θάπτειν τούς ἑαυτῶν νεκρούς». Δέν θά καταλάβαινε, γιατί τάχα εἶπε ὁ Χριστός πώς οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦνε μέ τόν τρόπο πού ζεῖ αὐτός, δηλ. μακρυά ἀπό τόν Θεό, εἶναι πεθαμένοι, πού θαρροῦν πώς ζοῦνε. Ἀκόμα δέν θά καταλάβαινε τά λόγια τοῦ ἁγίου Κυρίλλου πού λέγει: «Θάνατος δέν εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό». Μήτε τά παρακάτω λόγια ἑνός ἄλλου ἁγίου, πού λέγει: «Ὅποιος δέν ζεῖ καί δέν αἰσθάνεται πνευματικά, εἶναι πεθαμένος».

            Ποῦ νά καταλάβει τέτοια πράγματα ὁ νέος πού λογαριάζει γιά πνευματικό καί γιά ἀληθινό μονάχα ὅ,τι βγαίνει ἀπό τό μυαλό, τό ὁποῖο κάνει μηχανές, ἐργαλεῖα καί βίδες γιά νά πετάξει στό διάστημα τό σῶμα, ἐνῶ τό πνεῦμα ἀπομένει μέσα στό σκοτάδι, σάν τόν τυφλό πού ψηλαφᾶ στόν τοῖχο; Γιατί ὁ ὑλιστής ἐπιστήμονας λέγει πώς μελετᾶ καί πώς γνωρίζει τόν κόσμο, ψηλαφῶντας τον ἀπ’ ἔξω, σάν τόν τυφλό πού ψηλαφᾶ ἕνα κουτί πού ἔχει μέσα ἕνα διαμάντι: «Τό ἔξωθεν τοῦ ποτηριοῦ καί τῆς παροψίδος».

Φώτης Κόντογλου
(1895 – 1965)

ΠΗΓΗ: ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΕΡΓΑ–ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ, ΗΓΟΥΝ Κείμενα γύρω ἀπό τίς ἀθάνατες ἀξίες τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς. σέλ. 288 – 292, ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1973.

Related Posts

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

            Μοναχός τις, ἁπλοῦς κατά τήν διάνοιαν, ἤτοι μαθητής του ἱεροῦ Παϊσίου, ὑπακούων καλῶς εἰς ὅλα του τά προστάγματα· μεταβαίνων δέ οὗτος μίαν φοράν εἰς τήν Αἴγυπτον, διά να πωλήσῃ ἐργόχειρον, ἀπήντησε εἰς...

Ἡ Σύναξις τῆς ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ἐν τῷ «Ἂδειν»(¹), ἤτοι ἡ ὑπό τοῦ Ἀρχαγγέλου ΓΑΒΡΙΗΛ παράδοσις τοῦ ὕμνου «Ἄξιον Ἐστιν». (ΙΑ’ Ἰουνίου)

Ἡ Σύναξις τῆς ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ἐν τῷ «Ἂδειν»(¹), ἤτοι ἡ ὑπό τοῦ Ἀρχαγγέλου ΓΑΒΡΙΗΛ παράδοσις τοῦ ὕμνου «Ἄξιον Ἐστιν». (ΙΑ’ Ἰουνίου)

Ἦσας Γαβριήλ πρίν τό χαῖρε τῇ Κόρῃ, Ἄδεις δέ καί νῦν, ἄξιόν σέ ὑμνέειν.                    Ἡ σύναξις αὕτη καί ἑορτή τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω, ἔν τινι κελλίῳ τοῦ Μοναστηρίου τοῦ Παντοκράτορος, ἐπονομαζομένῳ «Ἄξιόν ἐστιν», καί εἰς τόπον...

Γιατί ὁ Χριστιανισμός δέν πρέπει νά ἀλλάζη μέ τούς καιρούς.

Γιατί ὁ Χριστιανισμός δέν πρέπει νά ἀλλάζη μέ τούς καιρούς.

Ἁγίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου (1815 – 1894)           * ... Μέ κανένα τρόπο δέν μπορῶ νά συμφωνήσω μέ τήν γνώμη σας..., σάν νά μποροῦσε ὁ Χριστιανισμός νά μεταβάλλη τά δόγματά του, τούς κανόνες του, τίς ἁγιαστικές του τελετουργίες, γιά νά ἀνταποκριθῆ στό πνεῦμα κάθε...

Οἱ Πατέρες εἶναι ζωή

Οἱ Πατέρες εἶναι ζωή

† Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος Περιστατικά καί νουθεσίες τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἰωήλ Γιαννακόπουλου σταχυολογηθεῖσες ἀπό τευχίδιο τοῦ π. Ἐπιφάνειου Θεοδωρόπουλου.            Συζητῶν περὶ Πατέρων μετὰ τινος νεωτερίζοντος...