M

Close

ΟΙ ΚΡΥΦΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ (Β’)

«Κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις» (Β’ Κορινθ. ια, 26).

Ἂρθρον τοῦ μακαριστοῦ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

          Λένε, λοιπόν, πώς ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀποστεωμένη, καί πώς κατάντησε «στό σύγχρονο κόσμο μοναχά σάν φύλακας κειμηλίων σάν ταριχευτής μιᾶς νεκρᾶς παραδόσεως». Τά ψυχικά καί πνευματικά ξερίχια, λένε ταριχευτές τά σεμνώματα τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ πνευματικά νεκροθάφτες λένε πεθαμένους ἐκείνους, πού ἔχουνε ἀπάνω τους τήν εὐωδία τῆς αἰωνίας ζωῆς. Λένε ἀκόμα, πώς «στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρέπει ν’ ἀρχίσουν κἄποτε νά λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καί οἱ ἄνθρωποι πού διαθέτουν μιά κάποια ἀνεπτυγμένη κρίσι καί σκέψι καί γι’ αὐτό δυσκολεύονται νά ἀκολουθήσουν ἄβουλα καί πειθαρχικά μιά συγκεκριμένη «φόρμουλα»,(¹) θρησκευτικῆς ζωῆς». Ἐκεῖνοι πού ἔχουνε τήν ἀνεπτυγμένη κρίση καί σκέψη, εἶναι οἱ ἴδιοι πού τά γράφουνε, ἐνῷ ὅσοι αἰσθάνονται τή θρησκεία κατά τόν Ἑλληνικό τρόπο, εἶναι «καθυστερημένοι τυπολάτρες», μούμιες πεθαμμένες, χωρίς τόν παλμό τῆς σπουδαίας ἐποχῆς μας.

          Ἐξυμνοῦνε τίς ἑτερόδοξες θεολογίες, πού εἶναι γεμᾶτες ἀπό τήν μούχλα τοῦ ὀρθολογισμοῦ κι’ ἀπό τήν ἀνυπόφορη μυρουδιά τῆς ἀπιστίας καί τοῦ θανάτου. Πήρανε τά πρακτικά συνθήματα μέ τίς ὑλιστικές σκοπιμότητες ἀπ’ τούς δυτικούς, πού μέ τό πρακτικό μυαλό τους καταντήσανε τή χριστιανική θρησκεία ἕνα ἐγκόσμιο σύστημα, καί τό κουβαλήσανε σέ τοῦτον τόν τόπο, πού ἄνθισε ἡ ἁγνή κι’ ἀληθινή πίστη, καί τσαμπουνᾶνε πώς πρέπει νά μιμηθοῦμε τίς ἑτερόδοξες θεολογίες, πού μιλᾶνε σήμερα γιά θεολογία τῆς οἰκογένειας, θεολογία τῆς ἐργασίας, θεολογία τοῦ γάμου, θεολογία τῆς ἐλευθερίας», κι’ ἄλλα τέτοια σπεσιαλιτέ, πού σ’ αὐτά καταγίνουνται οἱ πρακτικοί Εὐρωπαῖοι, καί πού ἡ πρακτικότητα καί ἡ πολύ θετική δραστηριότητά τους φανερώνει καθαρά πώς «οὐκ ἔχουσι μέλλουσαν πόλιν, ἀλλά τήν ὥδε μένουσαν ἐπιζητοῦσιν». Γι’ αὐτούς, τό ἔργο τῆς Μάρθας εἶναι ἀνώτερο ἀπό τῆς Μαρίας, κι’ ἄς εἶπε ὁ Χριστός τό ἀνάποδο! Ἡ «ἐπιστημονική θεολογία» δέν δίνει καμμιά σημασία στό τί εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλά σέ ὅ,τι λέγει ὁ πρακτικός ὀρθός λόγος, μεγάλ’ ἡ χάρη του! Ἀλλοιῶς, τί ἐπιστήμη θἄτανε;

          Ἡ Μάρθα εἶναι ἡ πρακτική Εὐρώπη, κι’ ἡ Μαρία εἶναι ἡ πνευματική Ἑλλάδα. Ὡστόσο, οἱ ξιππασμένοι τοῦτοι δικοί μας, πού «διαθέτουν κάποια ἀνεπτυγμένη κρίσι», θαυμάζουνε τή Μάρθα, πού πατᾷ στερεά στή γῆ, καί περιφρονοῦνε τή Μαρία, γιατί, ἐκεῖνα πού πιστεύει, εἶναι γιά τούς «ἀνθρώπους μέ κρίση καί μέ σκέψη» κάποια ἀσύστατα ὀνειροπολήματα καί φαντασίες.

          Κατά βάθος, τοῦτοι οἱ κύριοι καί τόν Χριστό τόν ἴδιο δέν τόν θεωροῦνε ἄξιο νά εἶναι Θεός ἀπάνω στή σημερινή τετραπέρατη καί μηχανοκίνητη ἀνθρωπότητα, πού θέριεψε μέ τίς θετικές ἐπιστῆμες, ἀλλά δέν τό φανερώνουνε, ἀλλά δέν τό λένε. Κρύβονται φαρισαϊκά, μήν ἔχοντας τό θάρρος πού ἔχει ὁ τίμιος ἄθεος. Αὐτοί, κατά τό παράδειγμα τῶν πονηρῶν δασκάλων τους, θέλουνε μιά θεολογία δίχως Θεό, γιά νά μποροῦνε κ’ οἱ θεολόγοι νά εἶναι ἐλεύθεροι διανοητές, κι’ ὄχι περιορισμένοι ἀπό δόγματα κι΄ ἀπό παπαδίστικα πράγματα.

          «Μακρυά, ἀπό τέτοιες«πρωτόγονες ἀντιλήψεις», πού μᾶς ἐκθέτουν στά μάτια τῶν πολιτισμένων λαῶν», μακρυά ἀπό ἀσκητάδες καί ντερβίσηδες καί Πατέρες καί Μάρτυρες, πού, ἀπό τήν ἀγραμματοσύνη τους, πέσανε θύματα τοῦ φανατισμοῦ τους! Ὁ εὐρωπαϊκός Χριστιανισμός εἶναι ἡ σημερινή θρησκεία, συστηματοποιημένος, ἐπιστημονικός, μελετημένος. Αὐτός ἀνταποκρίνεται στή σημερινή ἐπιστημονική μηχανοκρατία, πού τά ἐλέγχει ὅλα».

          Κατά τή δική μου γνώμη, ἄν εἶχα γιά τή θρησκεία τοῦ Χριστοῦ τήν ἀντίληψη πού ἔχουνε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, θά ἔλεγα, νέτα – σκέτα πώς δέν χρειάζεται ὁλότελα. Γιατί τό σύστημα τῆς σημερινῆς ζωῆς τἄχει ρεγουλάρει ὅλα τόσο καλά μέ τό πρακτικό πνεῦμα του, πού δέν ἔχει καμμιά θέση αὐτό τό ἀναχρονιστικό πρᾶγμα, τό λεγόμενο «Χριστιανισμός», πού μοιάζει σάν τό κομπογιαννίτικο γιατρικό μπροστά στά ἐπιστημονικά φάρμακα. Ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι γιά πρακτικούς ἀνθρώπους, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε «ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

          Ὡστόσο, ὁ ἐπιστημονικός μανδύας, πού ντύσανε τή θεολογία «οἱ ἐπιστήμονες θεολόγοι», τῆς δίνει τό δικαίωμα νά ὑπάρχει. Σάν ἐπιστήμη, λοιπόν, «καθίσταται ἐλευθέρα, λύουσα τόν πρός τήν Ἐκκλησίαν στενόν τέως δρόμον, μή ἀνεχομένη πλέον νά ἐξυπηρετῇ ἁπλῶς αὐτήν, μᾶλλον δέ ἀξιοῦσα νά ρυθμίζῃ αὐτή τόν ἐκκλησιαστικόν βίον». Μέ τέτοια πνευματική τροφή θραφήκανε οἱ ἐξ Ἑσπερίας θεολόγοι, πού ἔρχουνται νά γίνουνε προφέσορες τῶν Ἑλλήνων καί νά φωτίσουνε τίς ψυχές τους μέ τό σκοτάδι τους. Θέλετε κι’ ἄλλα φαρμακερά μανιτάρια ἀπό τό νεκροταφεῖο «τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας»; Νά, λίγα ἀπό τά πολλά:

          «Εἰς τά ζητήματα τῆς θρησκείας θά δύνανται νά μᾶς φωτίσωσι μόνον ἄνδρες σοφοί, ὁρμώμενοι ἐξ ἐλατηρίων ὅλως ἐπιστημονικῶν». «Πολλοί τῶν θεολόγων, καταλιπόντες ἐντελῶς, ἤ ἐν μέρει τήν περί ἀποκαλύψεως διδασκαλίαν, ἐρευνῶσι συστηματικώτερον καί ἐπιστημονικώτερον τήν θρησκείαν παντελῶς ἀπό ἐπόψεων ψυχολογικῶν, ὡς ἄλλοι τήν γλῶσσαν, τόν μῦθον, τό δίκαιον, κ.τ.λ.» «… ὁ Χριστός καθίσταται οὐράνιος ἄνθρωπος ὑπερφυσικόν τι ἰδεῶδες τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅτε δέ τέλος, διά τῆς παντοειδοῦς προόδου τῆς ἐκκλησίας, ἡ περί ἑαυτῆς συνείδησις αὐτῆς ἐνισχύεται ἀεί μᾶλλον, ἀποθεοῦται βαθμηδόν καί ὁ Ἰησοῦς, ἀποβαίνων θεός ἰσότιμος τῷ Πατρί». Τέτοιες βλαστήμιες διδάσκουνται οἱ θεολόγοι, πού ἔρχουνται στήν Ἑλλάδα σπουδασμένοι στήν Εὐρώπη, γιά νά φωτίσουνε τούς ἄλλους: «Ἄν τό φῶς, πού ὑπάρχει μέσα τους, εἶναι σκοτάδι, ἆραγε τό σκοτάδι πόσο εἶναι;

          Ὑστερ’ ἀπό μιά τέτοια φριχτή κατάσταση πού βρίσκουνται οἱ ξενόφερτοι θεολόγοι, πού ἀντί γιά φωτιά, ἔχουνε πάγο μέσα τους, τί νά καταλάβουνε ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, πού εἶναι ὅλο φῶς καί ζωή καί δροσιά τοῦ καθαροῦ οὐρανοῦ; Τί νά νοιώσουνε ἀπό τήν ἐξαίσια τελετουργία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τήν κατανυκτική ὑμνωδία της, ἀπό τήν ἁγιογραφία της, ἀπό τή μουσική της; Τί νά καταλάβουνε ἀπό λειτουργικό στοιχεῖο, οἱ ἀκατάνυκτοι, πού ἔχει ξεραθεῖ ἡ καρδιά τους ἀπό τόν λίβα τοῦ ὀρθολογισμοῦ; Ποιά πνοή ἀθανασίας νά νοιώσουνε ἀπάνω τους, οἱ πεθαμένοι; Τί νά αἰσθανθοῦνε ἀπό τήν θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τήν ἐλεεινή παραμόρφωσή της τήν προτιμοῦνε ἀπό τήν ἀληθινή μορφή της; Πῶς νά πετάξουνε μέ τά φτερά τῆς πίστης, ἀφοῦ τἄχει μαδήσει ἡ σατανική ἀπιστία; Πῶς νά γευθοῦνε ἀπό τό «ὕδωρ τό ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον», ἀφοῦ πίνουνε ἀπό τούς μουχλιασμένους βάλτους, μαζί μέ «τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ καθημένους»;

          (¹) Τί κατανυκτική λέξη «φόρμουλα»!

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Φώτης Κόντογλου
(1895 – 1965)

          ΠΗΓΗ: Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, φύλλο 93/ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1968. (Σελ. 2).

          Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.

Related Posts

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

            Μοναχός τις, ἁπλοῦς κατά τήν διάνοιαν, ἤτοι μαθητής του ἱεροῦ Παϊσίου, ὑπακούων καλῶς εἰς ὅλα του τά προστάγματα· μεταβαίνων δέ οὗτος μίαν φοράν εἰς τήν Αἴγυπτον, διά να πωλήσῃ ἐργόχειρον, ἀπήντησε εἰς...

ΤΟ «ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

ΤΟ «ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

†Ἁγιορείτου Μοναχοῦ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ             Τό «Σ υ ν ο δ ι κ ό ν   τ ῆ ς   Ὀ ρ θ ο δ ο ξ ί α ς» εἶναι ἕν ἐπισημότατον κείμενον τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι «Συνοδικόν». Ἀλλ’ ἀπό τότε πού...

Ἡ ἐν Χριστῷ χαρά

Ἡ ἐν Χριστῷ χαρά

† Ἀλεξάνδρου Καλόμοιρου             Πολλοί μιλοῦν γιά τήν χαρά τοῦ Χριστιανοῦ χωρίς νά καταλαβαίνουν ὅτι δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τήν χαρά τοῦ κόσμου. Ἡ χαρά τοῦ κόσμου εἶνε θορυβώδης καί ἀνήσυχη, ἡ χαρά τοῦ Χριστιανοῦ εἶνε σιωπηλή καί γαλήνια. Ἡ χαρά τοῦ κόσμου ξεσπᾶ...

Ἐκκλησιαστικά ἡμερολόγια

Ἐκκλησιαστικά ἡμερολόγια

† Φωτίου Κόντογλου             Ἡ πίστη εἶναι φωτιά, καί δίνει θερμότητα στήν καρδιά. Τό Ἅγιον Πνεῦμα κατέβηκε στά κεφάλια τῶν Ἀποστόλων ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν. Οἱ δύο μαθητές, σάν φανερώθηκε σ’ αὐτούς ὁ Κύριος, εἴπανε «Πῶς δέν κάηκε ἡ καρδιά μας τότε πού μᾶς μιλοῦσε...