
Σύντομο κήρυγμα ἐπί τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Ματθ. 4, 12 – 17), ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΚΥΡΙΑΚΗ». (σελ. 286).
«Ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα» (Ματθ. 4, 16)
Εἶχα διαβάσει, ἀγαπητοί μου, ὅτι κάποιος πῆρε ἕνα παιδί καί τό ‘κλεισε σέ μιά σπηλιά. Δέν τό ἄφησε νά πεθάνῃ. Φρόντιζε γιά τό παιδί πού τό περιώρισε στό σκοτεινό ἐκεῖνο μέρος τῆς γῆς. Εἶχε κάποιο σκοπό πού τό ἔκανε αὐτό. Τό παιδί μέσ’ στή σπηλιά δέν ἔβλεπε τίποτε. Ζοῦσε στό σκοτάδι. Μέρα καί νύχτα ἐκεῖ ἦταν τό ἴδιο. Εἶχε πιά συνηθίσει στό σκοτάδι. Ἀλλ’ ὅταν τό παιδί κάπως μεγάλωσε καί ἦταν σέ θέσι νά παρατηρῇ καί νά κρίνῃ, ἦρθε ἐκεῖνος πού τό ἔφερε καί τό πῆρε. Τό ἔβγαλε ἀπό τή σπηλιά. Τή στιγμή ἐκείνη ἡ αὐγή γλυκοχάραζε. Ὁ ἥλιος σιγά – σιγά ἔβγαινε καί σκορποῦσε τό γλυκό του φῶς στή γῆ. Τό παιδί πρώτη φορά ἔβλεπε τόν ἥλιο. Βλέποντάς τον στάθηκε καί θαύμαζε. Ἡ πρώτη ἐρώτησι τοῦ παιδιοῦ ἦταν· «Ποιός ἔκανε τόν ἥλιο;». «Ὁ Θεός, παιδί μου», τοῦ ἀπάντησαν, «ὁ Θεός ἔκανε τόν ἥλιο, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα πού βλέπεις». «Δόξα σοι, ὁ Θεός· δόξα σοι τῷ δείξαντι τό φῶς», εἶπε ὁ μικρός.
* * *
Δυστυχῶς ἐμεῖς συνηθίσαμε νά βλέπουμε ἀδιάφορα κάθε μέρα τόν ἥλιο πού μᾶς φωτίζει καί μᾶς θερμαίνει δωρεάν. Ὁ ἥλιος δέν εἶνε, βλέπετε, ἑταιρεία ἐκμεταλλεύσεως, δέν εἶνε Δ.Ε.Η., γιά νά μᾶς ζητάῃ κάθε μήνα πληρωμή γιά τό φῶς ποῦ μᾶς δίνει. Καί τί πλούσιο φῶς εἶναι αὐτό πού μᾶς δίνει ὁ ἥλιος! Ὅλες οἱ ἠλεκτρικές ἑταιρεῖες τοῦ κόσμου δέν φθάνουν νά μᾶς δώσουν τό φῶς πού μᾶς δίνει ὁ ἥλιος σέ μιά μέρα. Δωρεάν καί ἄφθονο μᾶς στέλνει τό φῶς ὁ Μεγαλοδύναμος. Κ’ ἐμεῖς ἕνα εὐχαριστῶ δέν λέμε. Δέν πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία γιά νά ποῦμε κ’ ἐμεῖς τό «Δόξα σοι, τῷ δείξαντι τό φῶς». Καί εἶνε ὁ ἥλιος ἡ μόνη εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ;….
Ἀλλά ἐγώ δέν θέλω νά σᾶς μιλήσω γιά τόν ἥλιο. Θέλω νά σᾶς μιλήσω γιά κάποιο ἄλλο φῶς, πού εἶνε πολύ ἀνώτερο ἀπό τόν ἥλιο. Ὅπως τό παιδί ἦταν κλεισμένο μέσα στή σπηλιά καί δέν ἔβλεπε τίποτε, ἔτσι καί οἱ ἄνθρωποι ὅλου τοῦ κόσμου ζοῦσαν μέσα σέ μιά ἀπέραντη σπηλιά, ζοῦσαν στό σκοτάδι. Σκοτάδι ὄχι τοῦ σώματος, ἀλλά τῆς ψυχῆς. Δέν γνώριζαν ποιός εἶνε ὁ ἀληθινός Θεός. Λάτρευαν τά εἴδωλα. Θεοί γι’ αὐτούς ἦταν τά ἄστρα, τά δέντρα, τά ποτάμια, οἱ θάλασσες, τά διάφορα στοιχεῖα τῆς φύσεως. Θεοί τους τά διάφορα ζῷα. Λάτρευαν γιά θεούς τίς γάτες, τά φίδια, τά ἄγρια θηρία. Λάτρευαν τά κρεμμύδια καί τά σκόρδα. Λάτρευαν τά πιό εὐτελῆ πράγματα.
* * *
Μεσάνυχτα εἶχαν ὡς πρός τήν πίστι στόν ἀληθινό Θεό κι αὐτοί οἱ προγονοί μας, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, πού εἶχαν φθάσει σ’ ἕνα κολοφῶνα γνώσεως καί ἐπιστήμης καί καυχώνταν γιά τόν πολιτισμό τους, καί ὠνόμαζαν τούς ἄλλους ἀνθρώπους βαρβάρους. Κι αὐτοί στό ζήτημα τῆς θρησκείας δέν διέφεραν ἀπό τούς ἄλλους λαούς. Εἶχαν ἄγνοια τῆς ἀληθινῆς θρησκείας. Τοῦτο φανερώνει καί ὁ βωμός πού εἶχαν στήσει στήν Ἀθήνα μέ τήν ἐπιγραφή «ἀγνώστῳ Θεῷ» (Πράξ. 17, 23). Καί ὄχι μόνο ὁ πολύς λαός ζοῦσε μέσα στήν πλάνη, στήν εἰδωλολατρία, ἀλλά κι αὐτοί οἱ μεγαλύτεροι φιλόσοφοι δέν εἶχαν καθαρή ἰδέα γιά τό Θεό. Κάτι βέβαια ἔλεγαν, ἀλλ’ αὐτό πού ἔλεγαν δέν εἶχαν τή δύναμι νά τό διαδώσουν καί νά τό κάνουν πίστι τοῦ λαοῦ. Ὅταν ὁ πιό ἔνδοξος φιλόσοφος τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ὁ Σωκράτης, τόλμησε κάτι νά πῇ γιά τή λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, οἱ Ἀθηναῖοι τόν καταδίκασαν νά πιῇ τό κώνειο, τό δηλητήριο μέ τό ὁποῖο θανάτωναν ἐκείνους πού δέν πίστευαν στή θρησκεία τῶν εἰδώλων. Ἀλλ’ ὁ Σωκράτης προτοῦ νά πεθάνῃ, στήν ἀπολογία πού ἔκανε στούς δικαστάς του, εἶπε περίπου τά ἑξῆς·
«Ἐγώ, ἀγαπητοί μου Ἀθηναῖοι, ἤμουν σάν τή βουκέντρα πού κρατάει ὁ γεωργός γιά νά κεντάῃ τά βόδια νά σύρουν τό ἀλέτρι καί νά καλλιεργῆται τό χωράφι. Διαρκῶς σᾶς ξυπνοῦσα· δέν σᾶς ἄφηνα νά κοιμηθῆτε. Τώρα πού μέ καταδικάζετε σέ θάνατο θά πέσετε σ’ ἕνα βαθύ ὕπνο, καί κανείς πιά δέν θά μπορέσῃ νά σᾶς ξυπνήσῃ. Θά κοιμᾶστε μέχρις ὅτου σᾶς λυπηθῇ ὁ Θεός καί σᾶς στείλῃ ἐκεῖνον πού θά σᾶς ξυπνήσῃ ἀπό τό λήθαργό σας….»
Καί Ἐκεῖνος, πού κάπως θαμπά τόν ἔβλεπε στό βάθος τῶν αἰώνων ὁ Σωκράτης, Ἐκεῖνος, πού καθαρώτερα τόν ἔβλεπαν καί τόν προανήγγελλαν πρίν ἀπό αἰῶνες ὁλόκληρους οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἦρθε. Εἶνε ὁ Χριστός. Ἦρθε σάν τό λαμπρό φῶς τοῦ ἥλιου, πού μέ τήν ἀνατολή του σκορπίζει τά σκοτάδια τῆς νύχτας καί δίνει ὀμορφιά σέ ὅλα τά πράγματα καί ζεσταίνει αὐτούς πού κρυώνουν καί κάνει τά στάχυα νά μεστώνουν καί τούς καρπούς νά ὡριμάζουν καί τά σταφύλια νά γίνωνται γλυκό κρασί. Ναί! Ὁ Χριστός εἶνε τό φῶς. Τό μέγα φῶς, πού ὁ Ἠσαΐας ὁ προφήτης ὀκτακόσια χρόνια ἐνωρίτερα προανήγγειλε ὅτι θ’ ἀνέτελλε στόν κόσμο (βλ. Ἠσ. 9, 2).
* * *
Φῶς εἶνε ὁ Χριστός. Φῶς ἡ διδασκαλία του. Φῶς τά θαύματά του. Φῶς ὁ ἅγιος βίος του. Φῶς τά σεπτά του πάθη. Φῶς ἡ ἀνάστασί του. Φῶς ἡ ἀνάληψί του. Ὁ Χριστός εἶνε ὅλος φῶς. Ὁ Χριστός εἶνε ὁ ἥλιος τῶν ψυχῶν.
Θέλεις, ἄνθρωπε, νά δῇς τό πνευματικό αὐτό φῶς; Ἄκουσέ με. Πάρε στά χέρια σου τό Εὐαγγέλιο, ἄνοιξέ το καί ἄρχισε νά τό διαβάζῃς· ὄχι ὅπως διαβάζεις μιά ἐφημερίδα ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο βιβλίο, ἀλλά νά τό διαβάζῃς μέ τήν πίστι, ὅτι στό βιβλίο αὐτό μιλάει ὁ Κύριος. Διάβαζέ το μέ ταπείνωσι. Διάβαζέ το καθημερινῶς. Τοὐλάχιστον ἕνα κεφάλαιο κάθε μέρα. Θά αἰσθάνεσαι, ὅτι οὐράνιο φῶς πλημμυρίζει τόν ψυχικό σου κόσμο, καί γεμᾶτος εὐγνωμοσύνη θά λές στό Θεό· «Δόξα σοι, τῷ δείξαντι τῷ φῶς». Θέλεις, ἄνθρωπε, νά δῇς τό πνευματικό φῶς; Ἄκουσέ με. Ὅταν τήν Κυριακή ἀκοῦς τήν καμπάνα νά χτυπάῃ, σήκω ἀπό τό κρεβάτι σου, ντύσου γρήγορα καί πήγαινε στήν Ἐκκλησία. Ἄναψε τό κερί σου, κάνε κανονικά τό σταυρό σου καί στάσου μέ εὐλάβεια σέ κάποια γωνιά τοῦ ναοῦ. Ἡ καρδιά σου στό Χριστό· τά μάτια σου στίς ἱερές εἰκόνες· τά αὐτιά σου στά λόγια πού ψάλλουν οἱ ψάλτες καί οἱ ἱερεῖς. Εἶνε λόγια χρυσᾶ, εἶνε λόγια φωτεινά, εἶνε λόγια πού παρηγοροῦν τίς πονεμένες ψυχές, εἶνε λόγια πού ξυπνοῦν τούς ἁμαρτωλούς καί φέρνουν δάκρυα στά μάτια τους. Ἄν ἔτσι μέ εὐλάβεια καί προσοχή παρακολούθησῃς ὅλα ὅσα λέγονται καί γίνονται στή θεία λειτουργία, τότε στό τέλος θά δῇς κ’ ἐσύ μέσ’ στήν καρδιά σου τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καί μαζί μέ ὅλο τό ἐκκλησίασμα θά πῇς τό «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γάρ ἡμᾶς ἔσωσεν».

(20 Απριλίου 1907 – 28 Αυγούστου 2010)
Οἱ Εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




