
Σύντομο κήρυγμα ἐπί τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς Β’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – Ἁγίου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ τοῦ ΠΑΛΑΜΑ, (Μᾶρκ. 2, 1 – 12), ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΚΥΡΙΑΚΗ». (σελ. 358).
«Λέγει (ὁ Ἰησοῦς) τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μᾶρκ. 2, 5).
Ἦταν, ἀγαπητοί μου, ἕνας ἄρρωστος. Δέν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἄρρωστος. Ὑγιής ἦταν ἄλλοτε. Γερό παλληκάρι. Πήγαινε ὅπου ἤθελε. Ἔτρεχε σάν ζαρκάδι. Ἀνέβαινε καί κατέβαινε τά βουνά. Ἔπιανε τήν ἀξίνη καί τ’ ἀλέτρι καί δούλευε τή γῆ. Ἔκανε τίς πιό βαρειές δουλειές. Σήκωνε βάρη. Ἀλλά κάποτε κάτι ἔνιωσε στό κορμί του. Ἕνας πόνος τόν ἔπιασε. Μούδιασε τό ἕνα χέρι. Σέ λίγο καί τό ἄλλο χέρι. Μούδιασαν καί τά πόδια, καί ὅλο τό κορμί. Ἔπεσε στό κρεβάτι. Στήν ἀρχή δέν ἔδωσε καί τόση σημασία. Θά περάσῃ εἶπε. Ἀλλά δέν πέρασαν πολλές μέρες καί ὅλο τό κορμί του ἔγινε παράλυτο. Οὔτε χέρια οὔτε πόδια μποροῦσε νά κουνήσῃ. Φώναξε γιατρούς, πῆρε φάρμακα, ἔκανε λουτρά καί ὅ,τι ἄλλο τοῦ εἶπαν οἱ γιατροί, ἀλλά τίποτε δέν μπόρεσε νά τόν θεραπεύσῃ. Τό κορμί του ἔγινε μολύβι. Ἀκίνητος πάνω στό κρεβάτι. Ζωντανός ἦταν, ἀλλά νεκρός φαινόταν. Νεκρός ἄταφος. Καμμιά ἐλπίδα δέν εἶχε ὅτι θά θεραπευθῇ. Ἀπό τόν ἕνα τάφο, πού ἦταν τό κρεβάτι του, θά τόν πήγαιναν στόν ἄλλο τάφο, στή γῆ.
Τί δυστυχισμένος ἄνθρωπος ἦταν αὐτός ὁ παράλυτος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου!
Ἀλλά ξαφνικά ὁ ἀπελπισμένος αὐτός ἄνθρωπος ἀκούει μιά εὐχάριστη εἴδησι. Ποιά εἴδησι; Ὅτι στήν πόλι πού ἔμενε ἔφθασε ἕνας, πού τά λόγια του κάνουν καί τόν πιό ἀπελπισμένο νά θέλῃ νά ζῇ. Ἔφθασε ἕνας, πού τό ἅγιό του χέρι, ὅπου ἀγγίζει, ἄρρωστοι, ὁσοδήποτε βαρειά καί νά εἶνε, γίνονται καλά. Ἰησοῦς Χριστός εἶνε τό ὄνομά του. Κόσμος πολύς τρέχει πίσω του, γιά ν’ ἀκούσῃ τά λόγια του καί νά δῇ τά θαύματά του. Ὁ Χριστός, εἶπε μέσα του ὁ παράλυτος, θά μέ κάνῃ καλά!…
Θά ἤθελε νά πάῃ νά τόν συναντήσῃ. Μά πῶς; Ὁ παράλυτος πόδια εἶχε καί πόδια δέν εἶχε. Ἄν περπατᾷ μιά πέτρα, ἄλλο τόσο μποροῦσε νά περπατήσῃ κι αὐτός. Ζητάει βοήθεια γιά νά πάῃ στό Χριστό. Τέσσερις σπλαχνικοί ἄνθρωποι ἀναλαμβάνουν νά τόν βοηθήσουν. Ὅπως ἦταν στό ξυλοκρέβατό του, τόν σηκώνουν, περνοῦν δρόμους, καί τέλος φθάνουν ἐκεῖ πού ἦταν ὁ Χριστός καί δίδασκε. Ἀλλά ἦταν ἀδύνατο νά προχωρήσουν. Ὁ κόσμος εἶχε γεμίσει τό σπίτι, ἄνθρωποι στέκονταν ἔξω ἀπ’ τήν πόρτα, καί ὅλοι, σά νά ἦταν καρφωμένοι στή γῆ, δέν κουνοῦσαν καθόλου ἀπ’ τή θέσι τους. Μέ ἀνοιχτό τό στόμα ἄκουγαν τά θεϊκά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ν’ ἀνοίξουν δίοδο γιά νά περάσῃ ὁ παράλυτος ἦταν ἀδύνατον.
Τότε οἱ τέσσερις σπλαχνικοί ἄνθρωποι ἀνέβηκαν πάνω στή στέγη, ἀφαίρεσαν μερικές πλάκες ἀπό ‘κεῖνες πού σκέπαζαν τήν ἐποχή ἐκείνη τά φτωχικά σπίτια, ἄνοιξαν τρύπα, καί μέ σχοινιά κατέβασαν τόν παράλυτο. Καί νά τώρα ὁ παράλυτος μποροστά στό Χριστό! Καί ὁ Χριστός τί κάνει; Θά περίμενε κανείς νά κάνῃ τό θαῦμα καί νά θεραπεύσῃ ἀμέσως τόν παράλυτο. Ἀλλ’ ὁ Χριστός δέν κάνει αὐτό πού ὅλοι περιμένουν. Κάνει πρῶτα κάτι ἄλλο, πού εἶνε πιό μεγάλο καί πιό σπουδαῖο. Λέει στόν παραλυτικό· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Παιδί μου, αἱ ἁμαρτίες σου συγχωροῦνται (Μᾶρκ. 2, 5). Καί ὕστερα ἀπό τήν συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν, τοῦ δίνει καί τή σωματική του ὑγεία. Τοῦ λέει· «Σήκω πάνω, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα». Ὅπως εἶπε, ἔτσι καί ἔγινε. Ὁ παράλυτος ἔγινε ἀμέσως καλά, τινάχτηκε ὄρθιος, πῆρε τό κρεβάτι του στόν ὦμο καί μπροστά σέ ὅλους βγῆκε ἀπό τό σπίτι. Ὅλοι θαύμασαν καί δόξασαν τό Θεό γιά τό θαῦμα.
* * *
Ἀγαπητοί μου! Ἐντύπωσι ἔκανε στούς ἀνθρώπους ὅτι ἕνας παράλυτος τινάχτηκε ὄρθιος καί περπατοῦσε. Ὅπως τότε, ἔτσι καί σήμερα, στούς πολλούς κάνουν ἐντύπωσι τά θαύματα ἐκεῖνα πού θεραπεύουν τά κορμιά τῶν ἀρρώστων. Ἄν ἀκούσῃ ὁ κόσμος, ὅτι ἕνας παράλυτος ἔγινε καλά ἤ ἕνας τυφλός εἶδε τό φῶς ἤ ἕνας πού ἔπασχε ἀπό μιά ἀγιάτρευτη ἀσθένεια θεραπεύτηκε, θαυμάζει καί δοξάζει τό Θεό καί τούς ἁγίους. Ἀλλά αὐτά εἶνε τά μεγαλύτερα θαύματα; Ὄχι. Γιατί ὅλοι αὐτοί, πού πάσχουν ἀπό διάφορες ἀρρώστιες καί γίνονται καλά, πόσα χρόνια θά ζήσουν; Δέκα, εἴκοσι, τριάντα; Ὁπωσδήποτε θά ἔρθῃ ὥρα πού θά πεθάνουν. Καί μέσ’ στόν τάφο ὄχι μόνο τά δικά τους κορμιά, ἀλλά καί τά κορμιά ἐκείνων πού εἶχαν σιδερένια ὑγεία καί ποτέ τους δέν ἀρρώστησαν, κι αὐτά θά σαπίσουν καί θά διαλυθοῦν. Προσωρινή λοιπόν εὐεργεσία εἶνε ἡ θεραπεία τῶν ἀρρώστων σωματικῶς.
Ἐκτός ὅμως ἀπό τίς σωματικές ἀρρώστιες, ὑπάρχει καί μιά ἄλλη ἀρρώστια, πού εἶνε πιό φοβερή ἀπ’ ὅλες καί ἔχει φρικτές συνέπειες καί ἐδῶ στή παροῦσα ζωή ἀλλά καί στήν ἄλλη. Καί ἡ ἀρρώστια αὐτή, πού τά μικρόβιά της φωλιάζουν μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, καί ἀπό ‘κεῖ ξαπλώνεται καί μολύνει καί τή σκέψι καί τό αἴσθημα καί τή θέλησι, καί στάζει τό φαρμάκι της καί σ’ αὐτό τό κορμί τοῦ ἀνθρώπου καί τό γεμίζει μέ διάφορες ἀρρώστιες, ἡ ἀρρώστια πού κάνει ἀφάνταστη καταστροφή στά κορμιά καί στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, εἶνε ἡ ἁμαρτία. Αὐτή εἶνε ἡ ἀκάθαρτη πηγή, ἀπό τήν ὁποῖα προέρχονται ὅλα τά κακά. Στέρεψε αὐτή ἡ πηγή; Θά στερέψῃ τό κακό καί ἡ δυστυχία πάνω στόν κόσμο. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός πρῶτα θεράπευσε τήν ψυχή τοῦ παραλυτικοῦ ἀπό τή φοβερή ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας, πρῶτα ἔδωσε τήν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ παραλυτικοῦ, καί ἔπειτα ἔδωσε τή σωματική ὑγεία. Ἡ παραλυσία τοῦ ἀσθενοῦς ἦταν ἀποτέλεσμα τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἁμάρτησε ὁ παράλυτος, καί γι’ αὐτό τιμωρήθηκε ἀπό τό Θεό μέ τήν παραλυσία. Παράλυτος στήν ψυχή πρῶτα, ἔγινε ὕστερα παράλυτος καί στό σῶμα.
* * *
Ἄνθρωπε! Ἁμαρτάνεις; Βάζεις μέσα στό αἷμα σου, σ’ ὅλη σου τήν ὕπαρξι, τό πιό φοβερό μικρόβιο, τό μικρόβιο πού λέγεται ἁμαρτία. Αὐτό τό μικρόβιο, ἄν προχωρήσῃ καί πολλαπλασιασθῇ καί ἀόρατο ὅπως εἶνε φωλιάσῃ σέ κάθε κύτταρό μας, σέ κάθε σημεῖο τῆς ζωῆς μας, θά φέρῃ τή μεγάλη καταστροφή. Γιατί ἀπό τήν ἁμαρτία προέρχονται ὅλα τά κακά.
Ἄχ νά μποροῦσε ὁ κόσμος ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπό τήν ἁμαρτία! Παράδεισος θά γινόταν ὁ κόσμος. Ὑγεία θά βασίλευε παντοῦ. Εἰρήνη καί ἀγάπη καί ὁμόνοια θά ἐπικρατοῦσε. Ἀλλ’ ὑπάρχει τρόπος σωτηρίας; Ὑπάρχει γιατρός; Ὑπάρχει φάρμακο, πού νά σκοτώνῃ τό μικρόβιο τῆς ἁμαρτίας; Δόξα τῷ Θεῷ, ὑπάρχει! Ὑπάρχει Γιατρός, ὑπάρχει Φάρμακο. Εἶνε ὁ Χριστός, εἶνε τό Αἷμα του, πού ἔχυσε πάνω στό σταυρό γιά νά θεραπεύσῃ τό μεγάλο τραῦμα πού ἄνοιξε ἡ ἁμαρτία. Δυστυχῶς δέν τό συναισθανόμαστε, καί ὅλοι ζοῦμε ἀδιάφοροι καί ἀμέριμνοι, ἐνῷ ἡ ἁμαρτία, καρκίνος πραγματικός, τρώει τά σπλάχνα μας.
Ἄν συναισθανθοῦμε τήν ἁμαρτωλότητά μας, ἄν ἐνδιαφερθοῦμε γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς, ὅπως ἐνδιαφερόμαστε γιά τήν ὑγεία τοῦ σώματος, τότε θά τρέξουμε νά πᾶμε στό Χριστό, στούς πνευματικούς μας πατέρες, θά ποῦμε τά κρίματά μας μέ δάκρυα στά μάτια, θά ζητήσουμε συχώρεσι ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα μας, κ’ ἐκεῖνος, οἰκτίρμων καί ἐλεήμων, μακρόθυμος καί πολυέλεος, θά μᾶς συχωρέσῃ. Θ’ ἀκούσουμε κ’ ἐμεῖς τή φωνή του· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μᾶρκ. 2, 5). Τότε παράδεισος θά γίνῃ ἡ καρδιά μας.

(20 Απριλίου 1907 – 28 Αυγούστου 2010)
Οἱ Εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




