M

Close

Ἡ φωτογραφία μας

           Σύντομο κήρυγμα ἐπί τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Λουκ. 15, 11 – 32), ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΚΥΡΙΑΚΗ». (σελ. 333).

«Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15, 21)

           Ὑπῆρχε, ἀγαπητοί μου, ἕνας πατέρας καλός πατέρας. Τέτοιος πατέρας δέν ὑπῆρχε ἄλλος. Ἦταν γεμᾶτος στοργή στά δυό του παιδιά. Φρόντιζε νά μή τούς λείπῃ τίποτε. Ζοῦσαν εὐτυχισμένα. Τά ἔβλεπε ὁ κόσμος καί τά ζήλευε. Τί εὐτυχισμένα παιδιά! Ζοῦσαν σάν πριγκιπόπουλα.

           Ἀλλά μιά μέρα ἕνας ξένος, πού φθονοῦσε τήν εὐτυχία τῶν παιδιῶν, πλησίασε τό νεώτερο παιδί. Ὤ τόν κακό, ὤ τόν καταραμένο ἄνθρωπο! Σάν νά τόν ἀκούω νά λέῃ στό νεώτερο παιδί τοῦ καλοῦ πατέρα ·

           -Νέε μου, νομίζεις ὅτι στό πατρικό σου σπίτι ὑπάρχει εὐτυχία; Ἀπατᾶσαι. Ἐγώ, πού ἔχω γυρίσει τόν κόσμο ὅλο, ξέρω μιά πολιτεία, πού ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μιά ζωή τόσο εὐτυχισμένη, πού οὔτε στό ὄνειρό σου ἔχεις δεῖ. Ἐδῶ ζῇς πολύ περιωρισμένα. Ἐκεῖ θά ζῇς ἐλεύθερα. Δέν θά ἔχῃς κανένα πάνω ἀπ’ τό κεφάλι σου. Ὅ,τι θέλεις θά κάνῃς κι ὅ,τι ἐπιθυμεῖς θά τό ἔχῃς. Ἄκουσέ μέ, ἄφησε τό πατρικό σου σπίτι, κ’ ἔλα νά πᾶμε στά ξένα…

           Μ’ αὐτά τά λόγια ὁ πονηρός ξεγέλασε τό νεώτερο γυιό. Τίποτε πιά δέν τόν εὐχαριστεῖ. Ὅλα τοῦ φαίνονται μαῦρα καί σκοτεινά. Ὁ καλός πατέρας τοῦ φαίνεται σάν ἐχθρός. Καί τό πατρικό του σπίτι σάν φυλακή. Νά φύγῃ, νά φύγῃ ὅσο πιό σύντομα! Αὐτός εἶνε ὁ ζωηρός του πόθος.

           – Πατέρα, λέει, θά φύγω· θά πάω στά ξένα. Ἡ ἀπόφασί μου εἶνε ὁριστική καί ἀμετάκλητη. Μή μέ κρατᾷς. Μοίρασε τήν περιουσία σου καί δός μου τό δικό μου μερίδιο.

           Λυπήθηκε ὁ πατέρας, ἀναστέναξε, δάκρυσε. Ἀλλά τοῦ κάκου. Τό παιδί δέν ἤθελε ν’ ἀκούσῃ τίποτε. Ὁ καλός πατέρας δέν ἤθελε νά μεταχειρισθῇ βία καί νά τόν κρατήσῃ κοντά του. Τοῦ ἔδωσε τό μερίδιό του, καί τόν ἄφησε ἐλεύθερο. Καί ὁ γυιός, φορτωμένος λεφτά, ἀνεβαίνει στό ἄλογο, τό κεντᾷ καί τρέχει. Τρέχει γιά νά πάῃ στόν παράδεισο…

           Νά κ’ ἔφθασε στόν παράδεισο. Παράδεισος; Κόλασι ἦταν ἡ μακρινή πολιτεία ὅπου πῆγε. Ἄπειρος καθώς ἦταν, ἔμπλεξε μέ κακές παρέες κ’ ἔπεσε μέ τά μοῦτρα στή διαφθορά. Τά λεφτά πού εἶχε πολύ τόν βοηθοῦσαν. Φαγοπότια, κρασί, γυναῖκες, ξενύχτια. Ἔτσι περνοῦσε τή ζωή του. Ἀλλά δέν πέρασε πολύς καιρός καί τά λεφτά σώθηκαν. Οἱ φίλοι καί οἱ διεφθαρμένες γυναῖκες, πού σάν βδέλλες ῥουφοῦσαν τό αἷμα του, ὅταν εἶδαν πῶς δέν ἔχει πιά λεφτά, τόν ἄφησαν. Τί νά τόν κάνουν; Δέν ἀγαποῦσαν αὐτόν ἀλλά τά λεφτά του. Τά ἔφαγαν, καί τώρα φεύγουν τά κοράκια, γιά νά πᾶνε νά βροῦν ἄλλον ἠλίθιο, νά τόν μαδήσουν κι αὐτόν.

           Ὁ νέος ἔμεινε χωρίς λεφτά. Ἡ πεῖνα τόν θέριζε. Κανένας δέν τοῦ ἔδινε τίποτε. Ἀναγκάστηκε νά πάῃ νά γίνῃ χοιροβοσκός. Χοιροβοσκός; Ποιός; Αὐτός πού ζοῦσε σάν πρίγκιπας μέσα στό πατρικό του σπίτι, αὐτός πού εἶχε τόσους ὑπηρέτες, τώρα κατήντησε ἕνας ἐλεεινός ὑπηρέτης. Αὐτός, πού ἦταν ντυμένος μέ τά καθαρά ῥοῦχα, τώρα φοράει βρώμικα κουρέλια. Αὐτός, πού εἶχε τά καλύτερα φαγητά, τώρα περιμένει ν’ ἁρπάξῃ κανένα χαρούπι ἀπό ‘κεῖνα πού ῥίχνουν στά γουρούνια. Αὐτός, πού εἶχε ἕναν πατέρα μάλαμα, τώρα ἔχει στό κεφάλι του ἕνα σκληρό ἀφέντη, πού τόν ἐκμεταλλεύεται ἄγρια.

           Ἄχ, δυστυχισμένο παιδί! Γιατί νά φύγῃς ἀπό τό πατρικό σου σπίτι; Γιατί ν’ ἀκούσῃς τή συμβουλή τοῦ πονηροῦ ἀνθρώπου…

           Ἀλλά, δόξᾳ τῷ Θεῷ! Ἡ συνείδησί του, πού κοιμόταν μέχρι τώρα, ξυπνᾷ. Ὁ νέος βλέπει καθαρά τό κατάντημά του. Ὄχι σέ παράδεισο, ἀλλά σέ κόλασι τόν ὡδήγησε ἡ ἀμυαλωσύνη του. Αἰσθάνεται πόσο λύπησε τόν καλό του πατέρα καί πόσο κακό ἔκανε στόν ἑαυτό του. Ἡ καρδιά του συγκινεῖται. Δάκρυα ἔρχονται στά μάτια του. Θυμᾶται τό πατρικό του σπίτι. Ὅλα τώρα τά ἔχασε. Ἕνα μόνο τοῦ ἔμεινε· ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐλπίδα, ὅτι ὁ καλός του πατέρας, καί σ’ αὐτή τήν ἐλεεινή κατάστασι πού κατήντησε, δέν ἔπαυσε νά τόν ἀγαπᾷ. Σ’ αὐτή τήν ἐλπίδα στηρίζεται καί παίρνει τήν ἀπόφασι. Θά ἐπιστρέψω, λέει, στόν πατέρα μου. Θά πέσω στά πόδια του καί θά τοῦ πῶ· «Πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγωμαι παιδί σου. Κάνε μέ ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες σου. Πατέρα, συγχώρεσέ με…».

           Ξεκινᾷ…

           Κι ὁ πατέρας; Ὤ ὁ πατέρας! Περιμένει τό παιδί του νά ἐπιστρέψῃ. Καί μόλις βλέπει ἀπό μακριά νά ἔρχεται, τρέχει, τόν ἀγκαλιάζει, τόν φιλεῖ.

           – Παιδί μου!…

           – Πατέρα μου!

           Ὅλοι χαίρονται γιά τό γυρισμό τοῦ παιδιοῦ. Μόνο ἕνας λυπᾶται. Κι αὐτός εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός. Αὐτός θά προτιμοῦσε, ὁ ἀδελφός του νά πεθάνῃ σάν ἀλήτης στά ξένα, παρά νά γυρίσῃ στό πατρικό του σπίτι. Τί κακία, τί φθόνος!

* * *

           Αὐτή, ἀγαπητοί, μέ κάποια ἀνάπτυξι, εἶνε ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου, πού διαβάζεται τή δευτέρα Κυριακή τοῦ Τριῳδίου σέ ὅλες τίς ἐκκλησίες. Ἡ παραβολή αὐτή εἶνε ἕνας καθρέφτης. Μέσα σ’ αὐτή τήν παραβολή βλέπουμε τόν ἑαυτό μας. Ὅποιος διαβάζει τήν παραβολή αὐτή μέ προσοχή καί μέ ταπείνωσι, βλέποντας τήν εἰκόνα τοῦ ἀσώτου ὅπως τή ζωγράφισε ὁ Χριστός, δέν δυσκολεύεται νά φωνάξῃ· Χριστέ μου, ἐγώ εἶμαι ὁ ἄσωτος!

           Ναί, ἀγαπητοί. Κάθε ἄνθρωπος εἶνε ἕνας ἄσωτος. Ἄλλος περισσότερο κι ἄλλος λιγώτερο, ὅλοι πέφτουμε σέ ἁμαρτίες. Ἁμαρτάνουμε μέ τίς κακές σκέψεις. Ἁμαρτάνουμε μέ τή γλῶσσα, πού κουτσομπολεύει, λέει ψέματα, διαβάλλει, συκοφαντεῖ, αἰσχρολογεῖ, ψευδορκεῖ, βλαστημάει τό Θεό. Ἁμαρτάνουμε μέ τά μάτια. Ἁμαρτάνουμε μέ τ’ αὐτιά. Ἁμαρτάνουμε μέ τά χέρια, μέ τά πόδια. Ἁμαρτάνουμε μέ τό κορμί μας ὁλόκληρο… Ἁμαρτάνουμε τήν ἡμέρα, ἁμαρτάνουμε τή νύχτα. Ἁμαρτάνουμε στά σπίτια, ἁμαρτάνουμε στούς δρόμους καί στίς πλατεῖες. Ἁμαρτάνουμε ἀλλοίμονο, ἀκόμη καί στήν ἐκκλησία, πού πᾶμε γιά νά κάνουμε τήν προσευχή μας. Ποιός μπορεῖ νά μετρήσῃ τίς ἁμαρτίες; Εἶνε ἀναρίθμητες. Εἶνε σάν τήν ἄμμο τῆς θαλάσσης. «Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα σωτήρ μου;». Ὅσοι λένε, ὅτι δέν ἔχουν ἁμαρτίες, μοιάζουν μέ τόν ἄρρωστο, πού ἔχει μέσα του καρκίνο, καί ὁ ταλαίπωρος νομίζει πῶς δέν ἔχει τίποτε.

* * *

           Ἁμαρτωλοί εἴμαστε. Τί πρέπει νά γίνῃ; Ν’ ἀπελπιστοῦμε; Ὄχι. Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου μᾶς δίνει τήν ἐλπίδα ὅτι, ὅσο μεγάλα καί τρομερά κι ἄν εἶνε τά ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ οὐράνιος Πατέρας εἶνε ἕτοιμος νά τά συχωρέσῃ. Ἀρκεῖ ὁ ἁμαρτωλός νά πῇ – ὄχι ψεύτικα ἀλλ’ ἀληθινά – τό «ἥμαρτον» τοῦ ἀσώτου. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει, ὅτι οἱ ἁμαρτίες εἶνε φωτιά πού καίει. Ἀλλ’ ὅπως ἡ φωτιά, ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶνε, ἄν τή ῥίξουμε στή θάλασσα, δέν μπορεῖ παρά θά σβήσῃ, ἔτσι κ’ ἐδῶ!

           Συναμαρτωλοί ἀδελφοί μου! Χρόνια καί χρόνια περιμένει ὁ Χριστός νά ποῦμε τό «ἥμαρτον» τοῦ ἀσώτου. Οἱ ἁμαρτίες μας εἶνε ἀναμμένα κάρβουνα. Κι ὅπως τά κάρβουνα, ἄν τά ῥίξουμε στή θάλασσα, σβήνουν, ἔτσι καί οἱ ἁμαρτίες. Πάρε τά ἀναμμένα κάρβουνα, πάρε τίς ἁμαρτίες σου ὅλες, καί ῥίξε τις στήν ἀπέραντη θάλασσα, πού εἶνε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ θάλασσα νικᾷ τή φωτιά· καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ νικᾷ τήν ἁμαρτία, ὅσο μεγάλη καί βαρειά κι ἄν εἶνε.

Ἐπίσκοπος κυρός Αὐγουστίνος Ν. Καντιώτης
(20 Απριλίου 1907 – 28 Αυγούστου 2010)

           Οἱ Εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.

Related Posts

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

            Μοναχός τις, ἁπλοῦς κατά τήν διάνοιαν, ἤτοι μαθητής του ἱεροῦ Παϊσίου, ὑπακούων καλῶς εἰς ὅλα του τά προστάγματα· μεταβαίνων δέ οὗτος μίαν φοράν εἰς τήν Αἴγυπτον, διά να πωλήσῃ ἐργόχειρον, ἀπήντησε εἰς...

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ

ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ Γ' ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ Κυροῦ Νικηφόρου Θεοτόκη, Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχανίου καί Σταυρουπόλεως            Εἰς ὕψος μέγα ἀνεβίβασεν ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς τήν ἀξίαν καί τιμήν τῆς τοῦ ἀνθρώπου ψυχῆς, παρέστησεν αὐτήν...

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Ε’)

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Ε’)

Πρέπει νά προσευχόμεθα ἀδιαλείπτως· τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. ΕΥΕΡΓΕΝΤΙΝΟΣ ΥΠΟΘΕΣΙΣ Η' Ε’. Τοῦ Ἁγίου Μαξίμου           Ἡ συνεχής προσευχή ἀπομακρύνει ἀπό τόν νοῦν ὅλα τά νοήματα καί πᾶσαν ἄλλην σκέψιν καί τοιουτοτρόπως ἐμφανίζει τόν νοῦν...

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Δ’)

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Δ’)

Πρέπει νά προσευχόμεθα ἀδιαλείπτως· τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. ΕΥΕΡΓΕΝΤΙΝΟΣ ΥΠΟΘΕΣΙΣ Η' Δ’. Τοῦ Ἀββᾶ Μάρκου.           Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θά ἀντιληφθῇ τό βαθύτερον καί πραγματικώτερον νόημα τῆς φράσεως τοῦ μακαρίου Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ἡ...