M

Close

ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (Α’ ΜΕΡΟΣ)

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Λόγος ΜΕ’

(Migne, P.G., τόμος LXIII, λόγος ΛΔ’, σελ. 821 – 834)

           Ἔφθασεν ἡ ἑορτή ὅλων τῶν ἑορτῶν καί ἐγέμισεν ὁλόκληρον τήν οἰκουμένην ἀπό εὐφροσύνην· ἡ ἑορτή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν ἀκρόπολιν ὅλων τῶν καλῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πηγή καί ἡ ρίζα ὅλων τῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἡ ἑορτή διά τῆς ὁποίας ἠνοίχθη διά τούς ἀνθρώπους ὁ οὐρανός, ἐστάλη εἰς τούς ἀνθρώπους τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

           Ἔφθασεν ἡ ἑορτή διά τῆς ὁποίας κατεκρημνίσθη ὁ μεσότοιχος, ὁ ὁποῖος ἐχώριζε τούς ἀνθρώπους ἀπό τόν Θεόν, διά τῆς ὁποίας διελύθη ὁ φραγμός, διά τῆς ὁποίας ἡνώθησαν ἐκεῖνα πού ἦσαν προηγουμένως χωρισμένα, διά τῆς ὁποίας ἔσβησε τό σκότος καί ἔλαμψε τό φῶς, διά τῆς ὁποίας ὁ οὐρανός ἐδέχθη τόν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐπλάσθη ἀπό γῆν, καί ἡ γῆ ἐδέχθη Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κάθηται ἐπί τῶν Χερουβίμ· δι’ αὐτῆς οἱ δοῦλοι ἔγιναν ἐλεύθεροι, οἱ ἐχθροί τοῦ Θεοῦ ἔγιναν υἱοί τοῦ Θεοῦ καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν ξένοι διά τόν Θεόν ἔγιναν κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ. Δι’ αὐτῆς διελύθη ἡ προαιωνία ἔχθρα καί ὁ μακρός πόλεμος μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων καί ἦλθεν ἡ εἰρήνη, τήν ὁποίαν ἐπόθουν καί οἱ Δίκαιοι καί οἱ Ἄγγελοι.

           Διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος φωνάζει καί λέγει· Αὐτός γάρ (ὁ Χριστός) ἔστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τά ἀμφότερα ἓν, καί τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, τήν ἔχθραν ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ (Ἐφ. β’, 14). Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη μας, ὁ ὁποῖος ἐκρήμνισε τόν μεσότοιχον ὁ ὁποῖος ἐχώριζε τούς δύο λαούς, καί διά τοῦ Αἵματός του διέλυσε τήν ἔχθραν πού τούς ἐχώριζε. Δι’ αὐτῆς ἐστήθη τά λαμπρόν καί περιφανές σύμβολον τῆς νίκης, ὁ Σταυρός, τά λάφυρα τοῦ Χριστοῦ, αἱ ἀπαρχαί τῆς φύσεως ἡμῶν, τά λάφυρα τῆς νίκης τοῦ Βασιλέως ἡμῶν.

           Ποία ἄλλη ἑορτή ἠμπορεῖ νά θεωρηθῇ τόσον σπουδαία καί μεγάλη ὅσο αὐτή; Ὁ Θεός ἦλθεν ἐπί τῆς γῆς, ὁ ἄνθρωπος ἀνῆλθεν εἰς τόν οὐρανόν, Ἄγγελοι ἑορτάζουν μαζί μέ τούς ἀνθρώπους, οἱ ἄνθρωποι συναναστρέφονται μέ τούς Ἀγγέλους καί τάς ἄλλας οὐρανίας Δυνάμεις· οἱ δαίμονες φεύγουν, ὁ θάνατος κατηργήθη, ὁ Παράδεισος ἠνοίχθη, ἡ προπατορική κατάρα ἐξηφανίσθη, ἡ ἁμαρτία ἐξεδιώχθη ἀπό τό μέσον τῶν ἀνθρώπων, ἡ πλάνη κατηργήθη, ἡ ἀλήθεια ἐπανῆλθε· καί ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας τά Χερουβίμ ἐφύλαττον τήν εἴσοδον τοῦ Παραδείσου, σήμερον ἡνώθη μέ τόν Θεόν.

           Μή καταλαμβάνεσαι λοιπόν ἀπό ἀπορίαν, ὅταν ἀκούῃς ταῦτα σήμερον, διότι ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη ὑπέρ πᾶσαν προσδοκίαν, εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θεός. Ἐφ’ ὅσον δέ συνέβη τοῦτο, ὅλα τά ἄλλα ἀκολουθοῦν κατά λογικήν συνέπειαν. Δέν θά ἐταπείνωνεν ἀδίκως καί ματαίως τόν ἑαυτόν του τόσον πολύ ὁ Θεός, ἐάν δέν ἐπρόκειτο νά μᾶς ἀναβιβάσῃ εἰς τό οὐρανόν. Ἐγεννήθη λοιπόν Ἐκεῖνος σαρκικῶς, διά νά ἀναγεννηθῇς σύ πνευματικῶς· ἐγεννήθη Ἐκεῖνος ἐκ γυναικός, διά νά παύσῃς σύ νά εἶσαι υἱός γυναικός (δηλ. τῆς Εὔας, ἡ ὁποία ἦτο βεβαρημένη μέ τό προπατορικόν ἁμάρτημα). Ἠνέχθη Ἐκεῖνος νά ὀνομασθῇ πατήρ του ἕνας δοῦλος, διά νά κάμῃ ἰδικόν σου πατέρα, σοῦ τοῦ δούλου, τόν Θεόν.

           Ἄς αἰσθανθῶμεν λοιπόν ἀγαλλίασιν καί ἄς σκιρτήσωμεν ἀπό χαράν, δοκιμάζοντες εὐφροσύνην διά τά ἀγαθά τά ὁποῖα ἐχάρισεν εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός. Ἐάν δηλαδή ὁ Ἀβραάμ γεμᾶτος χαράν ἤλπιζε νά ἴδῃ τήν ἡμέραν τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τόν τόπον τῆς μακαριότητός του τήν εἶδε σήμερον καί ἐχάρη (Ἰωάν. η’, 56), πολύ περισσότερον πρέπει νά χαίρωμεν καί νά ἀγαλλώμεθα ἡμεῖς, καί νά θαυμάζωμεν καί νά αἰσθανώμεθα κατάπληξιν διά τό ἀπέραντον μέγεθος τῆς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ πρός ἡμᾶς, ὅταν βλέπωμεν τόν Θεόν τυλιγμένον ὡς Βρέφος εἰς τά σπάργανα, θέαμα τό ὁποῖον πραγματικῶς εἶναι φρικτόν καί ἀξιοθαύμαστον.

           Ἀλλά πῶς ἔγινε τό μεγάλο καί καταπληκτικόν αὐτό θαῦμα; Πῶς ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἤλθομεν εἰς σύγκρουσιν μέ τόν Θεόν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθημεν ἀνάξιοι τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξεπέσαμεν καί ἀπό τήν ἐπίγειον ἐξουσίαν πού μᾶς εἶχε παραχωρήσει ὁ Θεός, ἀνεβιβάσθημεν εἰς τόσον ὕψος; Πῶς ἔπαυσεν ὁ πόλεμος; Πῶς ἔσβησεν ἡ ὀργή (τοῦ Θεοῦ ἐναντίον μας);

           Πῶς; Ἀλλ’ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον εἶναι ἀξιοθαύμαστον, αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον προκαλεῖ τήν κατάπληξιν, ὅτι ἡ εἰρήνη ἀποκατεστάθη μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὄχι διότι προσετρέξαμεν νά τήν ζητήσωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν συγκρουσθῆ μέ τόν Θεόν, οὔτε διότι ἐνικήθησαν οἱ ἐχθροί, ἀλλά διότι μᾶς παρεκάλεσεν Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δικαίως ἦτο ὠργισμένος ἐναντίον μας. Ὑπέρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν, ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι’ ἡμῶν (Β’ Κορ. ε’, 20). Ἐνεργοῦμεν δηλαδή ὡς ἀντιπρόσωποι καί πρέσβεις τοῦ Χριστοῦ, διότι ὁ Θεός παρακαλεῖ διά μέσου ἡμῶν.

           Πῶς συνέβη τοῦτο τό παράδοξον; Αὐτός ἐξυβρίσθη ἀπό ἡμᾶς καί αὐτός μᾶς παρακαλεῖ; Ναί, λέγει· διότι εἶναι ἀγαθός καί διά τοῦτο παρακαλεῖ. Καί, ἐάν θέλετε, ἀφοῦ ἐπεκτείνω τόν λόγον μου πρός τήν ἀρχήν τῆς δημιουργίας, θά προσπαθήσω νά ἀποδείξω, ὅτι μολονότι ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου οὐδέν ἀγαθόν ἔργον εἶχε προηγουμένως ἐπιτελεσθῆ, ὁ Θεός ἐχάρισεν εἰς αὐτόν καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά μόνον καί μόνον λόγῳ τῆς ἀπεράντου ἀγαθότητος αὐτοῦ.

           Προτοῦ νά δημιουργηθοῦν οἱ Ἄγγελοι καί αἱ ἄλλαι οὐράνιαι Δυνάμεις, ὑπῆρχεν ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε εἶχε κάποιαν ἀρχήν (εἶναι δηλαδή ἄναρχος), καί οὐδέποτε ἔχει ἀνάγκην ἀπό τίποτε· διότι αὐτά εἶναι ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ. Ἐδημιούργησε λοιπόν ὁ Θεός τούς Ἀγγέλους, τούς Ἀρχαγγέλους καί τάς ἄλλας τάξεις τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων. Ἐάν δέν ἦτο εἰς μέγιστον βαθμόν Ἀγαθός, δέν θά ἐγίνετο Δημιουργός ἐκείνων, τῶν ὁποίων τάς ὑπηρεσίας δέν ἐχρειάζετο.

           Μετά τήν δημιουργίαν τῶν οὐρανίων Δυνάμεων, πάλιν διά τήν ἰδίαν αἰτίαν (λόγῳ τῆς ἀγαθότητός του) ἔπλασε καί τόν ἄνθρωπον, καί ὅλον αὐτόν τόν ὑλικόν κόσμον, τόν ὁποῖον βλέπομεν. Καί ἀφοῦ τόν κόσμον αὐτόν τόν ἐγέμισεν ἀπό ἄπειρα ἀγαθά, ὥρισεν ὡς κύριον τῶν τόσων ἔργων του τό μικρόν καί ἀσήμαντον ἐκεῖνο δημιούργημά του, τόν ἄνθρωπον, ὁρίσας ὅτι αὐτός θά εἶναι κύριος ἐπί τῆς γῆς, ὅπως Ἐκεῖνος εἶναι κύριος εἰς τούς οὐρανούς.

           Ἀφοῦ δέ ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον καί τόν περιέβαλε μέ τόσον μεγάλην τιμήν, ἐξεχώρισε καί διά κατοικίαν του τό ὡραιότερον μέρος τῆς γῆς, τόν Παράδεισον, ὡς νά ἦτο βασιλεύς καί τοῦ παρεχώρει τά ἀνάκτορα διά τήν διαμονήν του. Ὄχι δέ μόνον ἐτίμησεν ἰδιαιτέρως κατ’ αὐτόν τόν τρόπον μόνον τόν ἄνθρωπον ἀπό ὅλα τά ἐπί τῆς γῆς δημιουργήματα, ἀλλά καί μόνον εἰς αὐτόν ἐχάρισε τό λογικόν, καί τόν ἠξίωσε νά γνωρίσῃ τόν Θεόν, καί τοῦ ἐπέτρεψε νά ἀπολαμβάνῃ τήν μετ΄τού Θεοῦ ἐπικοινωνίαν, ὅπως ἦτο δυνατόν εἰς τόν ἄνθρωπον νά ἐπιτυγχάνῃ τοῦτο, καί ὑπεσχέθη εἰς αὐτόν νά τόν καταστήσῃ ἀθάνατον, καί τόν ἐγέμισε σοφίαν, καί τοῦ ἔδωσε πνευματικήν χάριν, ὥστε νά ἠμπορῇ ἀκόμη καί νά προφητεύῃ μερικάς φοράς.

           Τί συνέβη ὅμως ὕστερα ἀπό τά τόσον ἄφθονα καί τόσον μεγάλα ἀγαθά, τά ὁποῖα ἐχάρισεν ὁ Θεός εἰς τόν ἄνθρωπον; Ὁ ἄνθρωπος ἐθεώρησε περισσότερον ἀξιόπιστον τόν ἐχθρόν Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐχάρισε τά τόσα ἀγαθά, καί ἀφοῦ περιεφρόνησε τήν ἐντολήν τοῦ Δημιουργοῦ του, ἐπροτίμησε τήν ἀπάτην ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατέβαλεν ὅλας τάς δυνάμεις του νά τόν ἐξαφανίσῃ ὁλοτελῶς. Ἆρά γε, ὅμως, ἐξηφάνισεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔδειξε τόσην ἀχαριστίαν πρός Αὐτόν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ἀπό τήν πρώτην στιγμήν, οὕτως εἰπεῖν, πρᾶγμα τό ὁποῖον θά ἦτο καί σύμφωνον μέ το δίκαιον; Καθόλου· ἴσα – ἴσα, περισσότερον ἐφρόντισε τώρα δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς τό σφάλμα, ἀπό ὅσον ἐφρόντιζε προηγουμένως.

           Μετά ταῦτα, ἐπειδή τό γένος ἡμῶν ἐδοκίμαζε μεγάλας δυστυχίας, ὥστε καί αὐτήν τήν γῆν νά κινδυνεύῃ νά χάσῃ, δέν τό περιεφρόνησε καί δέν ἠδιαφόρησε δι’ αὐτό, ἀλλά τόσον πολύ ἐφρόντιζε δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τόν ἐπίκραναν, ὥστε καί πρός τόν δοῦλον νά ἀπολογῆται ὁ Κύριος, καί νά συνομιλῇ μαζί του ὡς νά ἦτο ἰσότιμος μέ αὐτόν καί φίλος του, καί νά τοῦ λέγῃ τάς αἰτίας τῆς μελλοντικῆς καταστροφῆς. Κατόπιν τοῦ ἔδωσε τόν νόμον τῶν θείων ἐντολῶν διά νά τόν βοηθήσῃ, τοῦ ἔστειλε Προφήτας, οἱ ὁποῖοι τόν συνεβούλευαν τί πρέπει νά πράττῃ· τελευταῖον ἀπέστειλε πρός τόν ἄνθρωπον τόν Μονογενῆ Αὐτοῦ Υἱόν, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἀπό γυναῖκα, ὁ ὁποῖος συνεμορφώθη πρός τόν Μωσαϊκόν νόμον, διά νά ἐξαγοράσῃ διά τῆς Θυσίας Του ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ὑπό τήν κατάραν τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ὥστε νά λάβωμεν τήν ὑιοθεσίαν τήν ὁποίαν μᾶς εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Θεός. Διά τοῦτο καί ὁ Προφήτης, κατάπληκτος διά τάς ἐξαιρετικάς φροντίδας πού κατέβαλλεν ὁ Θεός ὑπέρ τῆς οἰκουμένης, ἐφώναξε δυνατά καί μέ λαμπράν φωνήν, λέγων τά ἑξῆς: Ὁ Θεός ἡμῶν ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί έν τοῖς ἀνθρώποις συν[αν]εστράφη (Βαρούχ, γ’, 37). Ὁ Θεός ἡμῶν ἐφανερώθη εἰς τήν γῆν καί συνανεστράφη μέ τούς ἀνθρώπους.

           Διότι ἦτο πράγματι παράδοξον νά ἀκούῃ κανείς, ὅτι ὁ Θεός, ὁ ἀπερίγραπτος καί ἀνέκφραστος, τόν ὁποῖον δέν δύναται νά κατανοήσῃ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, ὁ ἴσος μέ τόν Πατέρα καί γνήσιος Υἱός τοῦ ἀνάρχου Πατρός, ἦλθεν εἰς τήν γῆν διά τῆς μήτρας μιᾶς Παρθένου, καί κατεδέχθη νά γεννηθῇ ὡς ἄνθρωπος ἀπό μίαν γυναῖκα· ὁ Ὁποῖος δέν ἔπαυσε νά κάνῃ τά πάντα καί νά μεταχειρίζεται ὅλα τά μέσα, μέχρις ὅτου ἡμᾶς τούς ἐχθρούς καί ἀντιπάλους τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀνεβίβασε μέχρις αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καί μᾶς ἔκαμε φίλους Του. Καί ὅπως ἕνας ἄνθρωπος, ἀφοῦ σταματήσῃ εἰς τό μέσον δύο πραγμάτων διαχωρισμένων, ἁπλώνει τάς χεῖρας του καί ἀφοῦ λάβῃ μέ αὐτάς τά διεστῶτα, τά συνενώνει, τό ἴδιον ἔκαμε καί Αὐτός, καί συνήνωσε τήν θείαν Φύσιν μέ τήν ἀνθρωπίνην καί τά ἰδικά Του μέ τά ἰδικά μας.

           Εἶδες εἰς ποῖον βαθμόν ὑπερβολῆς ἔφθασεν ἡ ἀγαθότης Του; ὁ ἴδιος ὁ ὑβρισμένος ἀπό ἡμᾶς καί μᾶς παρεκάλεσε νά γίνωμεν φίλοι του, ὅπως εἶπα πρό ὀλίγου, καί ὁ ἴδιος εἰργάσθη διά τήν συμφιλίωσίν μας πρός Αὐτόν. Πρόσεξε ἔπειτα πῶς κατέβαλε τόν τύραννον (τοῦ γένους ἡμῶν), ἔκαμε δηλαδή ὅπως κάνει ἕνας βασιλεύς, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ βγάλῃ τό βασιλικόν ἔνδυμα καί τό στέμμα, ἐνδύεται πολλάς φοράς μέ τήν στολήν ἑνός ἁπλοῦ στρατιώτου, διά νά μή ἀναγνωρισθῇ καί ἔτσι ἐπιτυγχάνει νά παρασύρῃ πρός τό μέρος του τούς ἐχθρούς. Ἐδῶ ὅμως ἔγινε τό ἀντίθετον· ὁ Χριστός ἦλθεν εἰς τήν γῆν μέ ἀνθρωπίνην μορφήν, διά νά μή ἀναγνωρισθῇ καί κάμῃ οὕτω τόν ἐχθρόν νά ἀποφύγῃ τήν σύγκρουσιν μαζί του, ἀλλά καί διά νά μή ταράξῃ ὅλους τούς ἰδικούς του· διότι ἐφρόντιζε νά σώσῃ καί ὄχι νά καταπλήξῃ.

           Καί διά ποῖον λόγον, ἴσως θά ἐρωτήσῃ κανείς, ἡ συμφιλίωσις αὐτή δέν ἔγινε διά μέσου κάποιου ἀπό τάς Ἀσωμάτους Δυνάμεις, ἤ καί διά μέσου ἑνός ἁπλοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθη διά τῆς ταπεινώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ; Διότι, ἐάν ἔκρινεν ὀρθόν νά προτιμήσῃ τήν σωτηρίαν ὁλοκλήρου τοῦ γένους μας διά κάποιου ἄλλου, δέν θά ἦτο δυνατόν νά ἀντιληφθῶμεν πλήρως τό μέγεθος τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ δι’ ἡμᾶς, ἀλλά καί τό γεγονός, τό ὁποῖον εἰς ὅλους τούς αἰῶνας θαυμάζεται, θά μεταβάλλετο εἰς μίαν ἀσήμαντον πρᾶξιν, ἡ ὁποία τίποτε τό ἀξιοθαύμαστον δέν θά εἶχε.

           Ὅταν δηλαδή ἑνωθῇ ἡ κτίσις μέ τήν κτίσιν καί προσλάβῃ αὕτη τήν κατάστασιν τοῦ συνδούλου, οὔτε τίποτε τό ἀνέκφραστον ἀκολουθεῖ, οὔτε προκαλεῖ τήν κατάπληξιν πού προκαλοῦν τά παράδοξα. Ἄλλωστε ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἦτο ἔργον τοῦ Θεοῦ καί μόνον ὁ Θεός ἦτο δυνατόν νά τό κάμῃ, πῶς θά ἦτο δυνατόν νά τό πραγματοποιήσῃ ἕνας ἄνθρωπος; Ἀλλά καί ἄν ἐγίνετο, πρᾶγμα τό ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δέν ἦτο δυνατόν, ἡ πτῶσις θά ἐγίνετο ταχυτέρα καί εὐκόλως ἤ θά ἐπανήρχετο εἰς τήν προτέραν κατάστασιν ἤ θά ἐπροχώρει εἰς τό χειρότερον.

           Διότι ἐάν τόν Μωϋσέα, ἐναντίον τοῦ ὁποίου πολλάς φοράς ἐγόγγυζον οἱ Ἰουδαῖοι, καί τήν σωτηρίαν ἡ ὁποία δι’ αὐτοῦ ἐστέλλετο παρά τοῦ Θεοῦ πρός τούς Ἰουδαίους τήν ἐθεωροῦσαν χειροτέραν ἀπό τά δεινά τά ὁποῖα ὑφίσταντο εἰς τήν Αἴγυπτον, ἐν τούτοις ἐσκέφθησαν μετά τόν θάνατόν του νά τόν ἀνακηρύξουν ὡς θεόν, ὥστε διά τήν αἰτίαν αὐτήν, ὅπως λέγουν μερικοί, καί ὁ τάφος του ἔμεινε μέχρι σήμερον ἀθέατος διά τούς ὀφθαλμούς τῶν Ἰουδαίων καί ἄγνωστος, πῶς δέν θά ἀνηγόρευαν ὡς θεόν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θά τούς ἀπήλλασεν ἀπό μεγαλυτέραν τυραννίαν, ἔστω καί ἄν ἐγνώριζαν ὅτι ἦτο καί αὐτός ἄνθρωπος, ὅπως ἐκεῖνοι; Ἐκ τούτου γίνεται φανερόν ὅτι ὄχι μόνον ἀπό τήν πτῶσιν των δέν θά ἐσηκώνοντο, ἀλλά καί θά ἐπηκολούθει χειρότερος καί ἀθεράπευτος πλέον ξεπεσμός.

           Ἐκτός τούτων καί ἄλλην αἰτίαν εἶναι δυνατόν νά ἀναφέρομεν, διά τήν ὁποίαν πρό πάντων ὄχι μόνον δέν θά ἐπετυγχάνομεν τήν σωτηρίαν μας, ἐάν κάποιος Ἄγγελος ἤ ἄνθρωπος ἐξελέγετο διά νά μᾶς σώσῃ ἀπό τήν πτῶσιν μας, ἀλλά καί θά ἐξέπιπτε τό ἀνθρώπινον γένος ἀπό ὅ,τι ὡραιότερον καί πολυτιμότερον ὑπάρχει εἰς τήν ἀνέκφραστον ἐκείνην δόξαν. Ποία δέ εἶναι ἡ αἰτία αὐτή; Ὅτι δέν θά μᾶς ἦτο δυνατόν οὔτε κἄν νά πλησιάσωμεν τά ἀγαθά ἐκεῖνα, εἰς τά ὁποῖα τώρα ἐντρυφῶμεν καί ἀπολαμβάνομεν, ἀφοῦ ἐσαρκώθη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.

           Πῶς θά παρεχωρεῖτο δηλαδή εἰς τό ἰδικόν μας γένος ἡ χάρις νά τοποθετηθῶμεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός(¹), ἐάν διά τήν πραγματοποίησιν τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ διά τήν σωτηρίαν μας ἐξελέγετο ἄνθρωπος ἤ Ἄγγελος; Καί πῶς θά ἐγινόμεθα ἀνώτεροι ὅλων τῶν Ἀγγελικῶν καί Ἀρχαγγελικῶν χορῶν, καί θά ἀπελαμβάνομεν τόσον μεγάλην τιμήν καί δόξαν, ὥστε καί νά σταθῶμεν πλησιέστερα πρός τόν Θεόν ἀπό ὅσον ἵστανται καί αὐταί αἱ οὐράνιαι Δυνάμεις(²); Νά προκαλοῦμεν δέ εἰς αὐτάς τήν ἐπιθυμίαν, ὅπως εμβαθύνουν(³) εἰς τήν δόξαν, τήν ὁποίαν ἀπολαμβάνομεν ἡμεῖς διά τῆς ἑνώσεως, νά εὑρίσκουν δέ τήν ἐπιτυχίαν ἀνωτέραν ἐκείνου τό ὁποῖον ἦτο δυνατόν νά ἐπιθυμήσῃ τις;

           Ἐάν ὅμως ἀπό τήν μακαρίαν αὐτήν κατάληξιν ἦτο ἐστερημένον τό ἀνθρώπινον γένος, ἀφοῦ τό γένος ἡμῶν δέν εἶχε γνωρίσει προηγουμένως τήν ἀπόλαυσιν τῆς δόξης, μέσα εἰς τήν ὁποίαν λάμπει, διά κάποιας ἀνθρωπίνης ἤ ἀγγελικῆς ἑνώσεως, οὔτε εἴχομεν φθάσει ποτέ εἰς τόσην ἰσχύν καί δύναμιν καί ἐξαιρετικήν τιμήν, τί δέν θά ἀπετόλμα νά πράξῃ ὁ ἐχθρός ἐναντίον μας; Ποῖα τεχνάσματα δέν θά ἐχρησιμοποίει διά τῶν ὁποίων θά ἤλπιζε νά ὑποδουλώσῃ τό γένος ἡμῶν καί νά τό ὑποτάξῃ εἰς τήν τυραννικήν ἐξουσίαν του ὅπως παλαιότερον; Ἐναντίον τίνων δέν θά ἐτόλμα νά ἐπιβάλῃ τήν ἐξουσίαν του καί δέν θά ἐνδείκνυε τώρα πολύ μεγαλυτέραν ἀλαζονείαν ἀπό ὅσην ἔδειξε προηγουμένως καί δέν θά ἐθεώρει ὅτι οὐδόλως θά ἦτο ἐπίδειξις θράσους ἐκ μέρους του τό νά διεκδικήσῃ καί αὐτήν τήν κυριαρχίαν τοῦ οὐρανοῦ;

           Διά ταῦτα λοιπόν καί πολλά ἄλλα τοιαῦτα ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Θεός ἀληθινός, καί κανείς ἄλλος, ἀφοῦ ἐνεδύθη τό ἰδικόν μας σαρκικόν σῶμα, κατώρθωσε νά σώσῃ ὁλόκληρον τό γένος τῶν ἀνθρώπων. Καί κανείς νά μή μᾶς κατηγορήσῃ ὅτι λέγομεν πράγματα, τά ὁποῖα εἶναι ἀνάξια διά τόν Θεόν, διότι ὁ Θεός, ἀφοῦ κατασκεύασε δι’ Ἑαυτόν ζωντανόν ναόν εἰς τήν παρθενικήν μήτραν διά νά σώσῃ ὁλόκληρον τήν οἰκουμένην, διά τοῦ ναοῦ αὐτοῦ εἰσήγαγε τήν πολιτείαν τῶν οὐρανῶν εἰς τήν ἰδικήν μας ζωήν. Ποία βλάβη δηλαδή εἶναι δυνατόν νά γίνῃ εἰς τόν Θεόν ἀπό τήν τοιαύτην οἰκονομίαν;

           Δέν βλέπεις αὐτόν ἐδῶ τόν ἥλιον, τόν αἰσθητόν, τόν φθαρτόν καί παροδικόν, ἔστω καί ἄν οἱ Ἕλληνες(*) πνίγονται ἀπό θυμόν(⁴), ὅτι καί μέ τόν βόρβορον ἔρχεται εἰς ἐπαφήν διά τῶν ἀκτίνων του καί μέ πολλά ἄλλα πράγματα παρόμοια μέ τόν βόρβορον, χωρίς ἐν τούτοις νά ὑφίσταται καί τήν παραμικράν βλάβην ἐξ αὐτῶν; Ἀντιθέτως μάλιστα μέ τάς ἀκτίνας του καταξηραίνει καί αὐτήν τήν δυσωδίαν τοῦ βορβόρου. Ἤ δέν ἀναγνωρίζεις εἰς τόν Μονογενῆ Υἱόν τοῦ Θεοῦ τήν δύναμιν νά κάμῃ εἰς τήν ἰδικήν μας σάρκα τοὐλάχιστον ὅτι κάμνει ἕνα φθαρτόν στοιχεῖον (ἐν προκειμένῳ ὁ ἥλιος), ὥστε ὄχι μόνον νά μή μολυνθῇ ἀπό τήν σάρκα αὐτήν, ἀλλά καί νά τήν καταστήσῃ καθαρωτέραν καί ἁγιωτέραν;

           Καί σύ μέν (ὁ Ἕλλην), ὅταν τολμᾷς νά ἐξευτελίζῃς τήν Οὐσίαν τοῦ Θεοῦ καί νά δίδῃς τό ὄνομά του εἰς ξύλα καί λίθους καί ἄλλα ἀκόμη εὐτελέστερα ὑλικά, δέν καταλαμβάνεσαι ἀπό φρίκην· ἡμᾶς ὅμως μᾶς κατηγορεῖς καί λέγεις ὅτι εἶναι προσβλητικόν διά τόν Θεόν νά κατοικήσῃ εἰς σῶμα καθαρόν καί ἄμωμον, καί μέ τόν τρόπον αὐτόν νά σώσῃ τήν οἰκουμένην; Ἐάν δηλαδή εἶναι προσβλητικόν διά τόν Θεόν νά λάβῃ ἀνθρωπίνην μορφήν, ὅπως λέγεις σύ, κατά πολύ περισσότερον εἶναι ἐξευτελιστικόν τό νά δίδῃς τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἰς τούς λίθους καί τά ξύλα, ὅσον τά ξύλα καί οἱ λίθοι εἶναι εὐτελέστερα ἀπό τόν ἄνθρωπον· ἐκτός βεβαίως ἐάν νομίζῃς ὅτι τό γένος ἡμῶν εἶναι εὐτελέστερον καί ἀπό τά ἀναίσθητα καί ἄψυχα αὐτά ὑλικά.

           Ἀλλ’ ἄς ἀφήσωμεν τήν συζήτησιν διά τά ζητήματα αὐτά δι’ ἄλλην, καταλληλοτέραν περίστασιν· διότι τώρα πρέπει νά στρέψωμεν τόν λόγον μας πρός ὅσα λέγει τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον. Λέγει δηλαδή· Τοῦ δέ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ᾗν (Ματθ. α’, 18)· Ἡ δέ Γέννησις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε κατά τόν ἀκόλουθον ὑπερφυσικόν τρόπον.

           Διά ποίαν Γέννησιν μοῦ ὁμιλεῖς; Προφανῶς διά τήν κατά Σάρκα. Διότι διά τήν ἄναρχον Γέννησιν τοῦ Θεοῦ κανείς δέν γνωρίζει τίποτε, παρά μόνον ὁ ἴδιος ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τούς κόλπους τοῦ Πατρός. Πῶς ἔγινε λοιπόν ἡ κατά Σάρκα Γέννησις τοῦ Χριστοῦ; Συνεχίζει τό ἱερόν Εὐαγγέλιον· Μνηστευθείσης γάρ τῆς μητρός αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου (Ματθ. α’, 18). Ὅταν δηλαδή ἡ μήτηρ αὐτοῦ Μαρία ἠρραβωνίσθη μέ τόν Ἰωσήφ, προτοῦ νά συγκατοικήσουν ὡς σύζυγοι, εὑρέθη ἡ Μαρία ἔγκυος διά τῆς δημιουργικῆς ἐπενεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

           Πρέπει ὅμως νά παρατηρήσωμεν ἐδῶ, ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής δέν εἶπεν· Ὅταν ἠρραβωνίσθη ἡ Παρθένος, ἀλλ’ ἁπλῶς· μνηστευθείσης τῆς μητρός αὐτοῦ. Τό ἔκαμε δέ αὐτό διά νά γίνῃ εὐκολώτερον ἀποδεκτή ἡ διήγησις, καί νά μή προκαλέσῃ ταραχήν μέ τό ἀπίστευτον γεγονός, τό ὁποῖον θά ἐξέθετεν ἐν συνεχείᾳ λέγων, ὅτι· πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου (αὐτόθι). Διά ποῖον λόγον ὅμως δέν συνέλαβε καί δέν ἐκυοφόρησε πρό τῆς μνηστείας; Διά νά συγκαλύψῃ ἐν τῷ μεταξύ τό γεγονός τῆς κυοφορίας, καί διά νά ἀποφύγῃ ἡ Παρθένος πᾶσαν κακήν ὑπόνοιαν, ἡ ὁποία θά ἦτο δυνατόν νά διατυπωθῇ εἰς βάρος της.

           Ὅταν δηλαδή ὁ μνηστήρ τῆς Παρθένου, ὁ ὁποῖος θά ἔπρεπε νά ζηλοτυπήσῃ διά τήν ἐγκυμοσύνην της, ὄχι μόνον δέν τήν διέσυρεν, ἀλλά καί τήν ἐδέχετο καί τήν ἐπεριποιεῖτο μετά τήν ἐγκυμοσύνην, θά καθίστα εἰς ὅλους ὁλοφάνερον, ὅτι ἐπειδή ὁ Ἰωσήφ ἐπείσθη πλήρως ὅτι τοῦτο ὠφείλετο εἰς τήν ἐπενέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διά τοῦτο καί τήν ἐκράτησε πλησίον του καί τήν ἐπεριποιήθη.

           Ἐκεῖνο δέ τό ὁποῖον λέγεται συνήθως διά τά παράδοξα καί θαυμαστά πράγματα, αὐτό φανερώνων καί ἐδῶ ὁ Εὐαγγελιστής λέγει, ὅτι· εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ἀφοῦ δέ ἤκουσες, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, μή ἐξετάζῃς τίποτε πλέον, ὅπως, ἐπί παραδείγματι, πῶς ὁ ἄπειρος εὑρίσκεται εἰς μήτραν; πῶς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κρατεῖ τά σύμπαντα ἐγκυμονεῖται ἀπό μίαν γυναῖκα; πῶς τίκτει ἡ Παρθένος, καί μένει Παρθένος μετά τόν τοκετόν; πῶς τό Ἅγιον Πνεῦμα ἔπλασε τόν ναόν ἐκεῖνον; καί ὅσας ἄλλας τοιαύτας ἀπορίας εἶναι δυνατόν νά προβάλῃς. Διότι ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ἐσκέπασε προστατευτικά τήν Παρθένον, τό δέ Παιδίον τό ὁποῖον θά ἐγεννᾶτο ἦτο Υἱός Θεοῦ.

           Ἰωσήφ δέ ὁ ἀνήρ αὐτῆς δίκαιος ὤν, καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα ἀπολύσαι αὐτήν (Ματθ. α’, 19). Ὁ δέ Ἰωσήφ ὁ ἀρραβωνιαστικός της, ὅταν ἀντελήφθη τήν ἐγκυμοσύνην, ἐπειδή ἦτο ἄνθρωπος ἀγαθός καί ἐνάρετος, καί δέν ἤθελε νά τήν διαπομπεύσῃ, ἐσκέφθη νά τῆς δώσῃ μυστικά διαζύγιον. Τόσον δηλαδή ἀξιοθαύμαστος ἦτο ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὥστε ὄχι μόνον δέν τήν ἐτιμώρησεν, ἀλλ’ οὔτε λέξιν δέν εἶπεν εἰς κανένα, οὔτε εἰς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ὕποπτος, ἀλλά μέ τόν νοῦν του ἐσκέπτετο, ὄχι νά τήν ἐκδιώξῃ, ἀλλά νά τῆς δώσῃ κρυφά διαζύγιον.

           Διά τοῦτο, ὅταν ἐβασανίζετο ἀπό τάς σκέψεις αὐτάς καί εὑρίσκετο εἰς ἀμφιβολίαν περί τοῦ πρακτέου, τότε παρουσιάσθη πρός αὐτόν ὁ Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος διέλυσε τάς ἀμφιβολίας καί τήν σύγκρουσιν τῶν λογισμῶν του. Ὅτι ὁ Ἰωσήφ εὑρίσκετο εἰς ἀπορίαν τί νά κάμῃ, εἶναι βεβαίως φανερόν ἀπό τάς σκέψεις πού ἐπερνοῦσαν ἀπό τόν νοῦν του. Διότι τό ἱερόν Εὐαγγέλιον λέγει· ἐβουλήθη λάθρα ἀπολύσαι αὐτήν (ἐνθ. ἀνωτ.). Ἐάν ὅμως ἦτο πεπεισμένος ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη της προήρχετο ἀπό νόθον σπέρμα, ἀσφαλῶς δέν θά ἤθελε οὔτε κρυφίως νά τῆς δώσῃ διαζύγιον, οὔτε φανερά νά τήν ἐκδιώξῃ, ἀλλά θά τήν παρέδιδεν εἰς τόν νόμον ἵνα τιμωρηθῇ, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἦτο δίκαιος καί ἐνάρετος. Ἀλλά περί μέν τοῦ πρώτου δέν ἦτο βέβαιος, οὔτε ὅμως πάλιν καί διά τό ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη της ὠφείλετο εἰς τήν ἐπενέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· διότι αὐτό ἦτο πολύ ἀνώτερον ἀπό τήν ἀνθρωπίνην λογικήν. Διά τοῦτο ἐταλαντεύετο ἀνάμεσα εἰς αὐτάς τάς σκέψεις.

           Ὅταν λοιπόν ἐταράσσετο ἀπό αὐτούς τούς λογισμούς, τότε παρουσιάσθη εἰς τό ὄνειρόν του ὁ Ἄγγελος καί τοῦ λέγει· Μή φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκά σου· τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματος ἐστιν Ἁγίου (Ματθ. α’, 20). Μή φοβηθῇς καί μή διστάσῃς νά παραλάβῃς εἰς τήν οἰκίαν σου τήν Μαριάμ τήν μνηστήν σου· διότι ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ἐγεννήθη μέσα της, προέρχεται ἀπό τήν δημιουργικήν ἐπενέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

           Διά τῶν λόγων αὐτῶν ὁ Ἄγγελος ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Ἰωσήφ ἐφοβεῖτο καί ἔτρεμε μήπως ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν μέ τόν Θεόν, ὅταν τοῦ εἶπε· Μή φοβηθῇς, νά παραλάβῃς δέ αὐτήν εἰς τήν οἰκίαν σου· διότι αὐτό σημαίνει τό, νά τήν παραλάβῃς, καί ὄχι, ὅπως ἐπέρασεν ἀπό τόν νοῦν του, νά τῆς δώσῃ διαζύγιον. Διότι ὄχι μόνον, λέγει, εἶναι ἀθώα ἀπό πᾶσαν ὑποψίαν ἐπικοινωνίας της μέ ἄλλον ἄνδρα, ἀλλά ἔμεινεν ἔγκυος κατά τρόπον ὑπερφυσικόν.

           Αὐτό ἀκριβῶς φανερώνει καί ἐκεῖνο, τό ὁποῖον προσέθεσεν ἐν συνεχείᾳ ὁ Ἱερός Εὐαγγελιστής, λέγων· τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματος ἐστιν Ἁγίου. Τέξεται δέ υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν (Ματθ. α’, 20 – 21). Μή νομίσῃς, λέγει, ὅτι ἐπειδή εἶπον, ὅτι, ἐκ Πνεύματος ἐστιν Ἁγίου, πρέπει νά μείνῃς ἀμέτοχος εἰς τήν ὁλοκλήρωσιν τῆς θείας οἰκονομίας· σοῦ δίδω τό δικαίωμα νά δώσῃς σύ τό ὄνομα εἰς τό Παιδίον, τό ὁποῖον θά γεννηθῇ. Ἄν καί οὐδεμίαν ἀνάμιξιν ἔχεις εἰς τήν γέννησίν του, ὅμως σύ θά δώσῃς εἰς τό Παιδίον αὐτό τό ὄνομα. Ἄν καί ἡ γέννησίς του δέν ὀφείλεται εἰς σέ, σύ ὅμως θά εἶσαι ἀκριβῶς ὡς πατήρ του, καί θά θεωρῇς ὡς ἰδικόν σου τέκνον τό γεννηθέν.

           Δέν εἶπε δέ θά σοῦ γεννήσῃ υἱόν, ἀλλά ἁπλῶς τέξεται (θά γεννήσῃ). Διότι ἡ Παρθένος δέν ἐπρόκειτο νά γεννήσῃ υἱόν χάριν τοῦ Ἰωσήφ, ἀλλά χάριν τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου· διά τοῦτο καί εἶπεν ἐν συνεχείᾳ: Αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν (Ματθ. α’, 21), Αὐτός θά σώσῃ τόν λαόν του ἀπό τάς ἁμαρτίας των. Ὅταν δέ εἶπε, τόν λαόν αὐτοῦ, δέν τό εἶπε μόνον διά τούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί διά τούς εἰδωλολάτρας· διότι λαός Αὐτοῦ εἶναι ὅλοι ὅσοι δέχονται τήν διδασκαλίαν του, ἀποδεικνύεται δέ ἀκόμη ὅτι εἶναι Υἱός Θεοῦ ὁ μέλλων νά γεννηθῇ, ἀκριβῶς ἐπειδή θά ἔχῃ τήν δύναμιν νά συγχωρῇ ἁμαρτίας. Διότι καμμία ἄλλη δύναμις δέν ἔχει τό δικαίωμα νά συγχωρῇ ἁμαρτίας, παρά μόνον ὁ Θεός.

           (¹) Ὅπως δηλαδή συνέβη μέ τήν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἤ καί μέ ὅλους τούς Δικαίους, τούς ὁποίους θά τοποθετήσῃ ἐκ δεξιῶν Αὐτοῦ ὁ Κύριος κατά τήν ἡμέραν τῆς Κρίσεως (Ματθ. κε’, 33).

           (²) Καί ὅπως συνέβη μέ τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἡ ὁποία καί τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ ὀνομάζεται.

           (³) Ὁ δέ θεῖος Ἀπόστολος Πέτρος εἰς τήν Α’ Καθολικήν Ἐπιστολήν του γράφων περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέγει τά ἑξῆς· «Ὅν οὐκ εἰδότες ἀγαπᾶτε, εἰς ὅν ἄρτι μή ὁρῶντες, πιστεύοντες δέ ἀγαλλιᾶσθε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καί δεδοξασμένῃ… περί ἧς σωτηρίας ἐξεζήτησαν καί ἐξηρεύνησαν Προφῆται οἱ περί τῆς εἰς ὑμᾶς Χάριτος προφητεύσαντες… ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἀποσταλέντι ἀπ’ οὐρανοῦ, εἰς ἅ ἐπιθυμοῦσιν Ἄγγελοι παρακύψαι» (Α’ Πετρ. α’, 8 – 12), ὅτι δηλαδή αἱ ἀλήθειαι αὐταί πού περιλαμβάνονται εἰς τό εὐαγγελικόν κήρυγμα εἶναι τόσον ὑψηλαί καί μεγάλαι, ὥστε καί αὐτοί οἱ Ἄγγελοι ἐπιθυμοῦν νά ἐμβαθύνουν εἰς αὐτάς.

           (⁴) Ἀκούοντες δηλαδή οἱ Ἕλληνες ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι φθαρτός καί παροδικός ἐξεγείροντο, διότι οὗτοι ἐθεώρουν τόν ἥλιον θεόν καί ἑπομένως αἰώνιον, ἀθάνατον κλπ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ Β’ ΜΕΡΟΣ (καί τελευταίον)

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

           Πηγή: «ΕΚΛΟΓΑΙ καί ΑΠΑΝΘΙΣΜΑΤΑ» ἤτοι λόγοι ἀπαρτισθέντες ἐκ διαφόρων ὁμιλιῶν τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου. Μετηγμέναι εἰς τήν ἁπλῆν ἑλληνικήν ἐμπλουτισμέναι δι’ ὑπομνημάτων εἰκονογραφημέναι κατά τήν παράδοσιν. Ἐκδίδεται ἀναλώμασι καί ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐν Μοναχοῖς ἐλαχίστου Βίκτωρος Ματθαίου Καθηγουμένου τῆς ἐν Κρονίζῃ, Κουβαρᾶ Ἀττικῆς Ἱεράς καί σεβασμίας Δεσποτικῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. ΑΘΗΝΑΙ 1969. (Σελ. 544).

           (*)Σημείωσις συντάκτη ἀναρτήσεως: Ἐδῶ ἀναφέρονται οἱ ἐμμένοντες φανατικῶς εἰς τήν «πατρώαν» εἰδωλολατρικήν θρησκείαν (δωδεκάθεον κλπ.).

           Οἱ Εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.

Related Posts

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

            Μοναχός τις, ἁπλοῦς κατά τήν διάνοιαν, ἤτοι μαθητής του ἱεροῦ Παϊσίου, ὑπακούων καλῶς εἰς ὅλα του τά προστάγματα· μεταβαίνων δέ οὗτος μίαν φοράν εἰς τήν Αἴγυπτον, διά να πωλήσῃ ἐργόχειρον, ἀπήντησε εἰς...

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΓΕΝΕΑΣ

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΓΕΝΕΑΣ

Τοῦ Ἀββᾶ ΜΩ∙Υ∙ΣΕΩΣ τοῦ Αἰθίοπος            Ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ προεφήτευσεν εἰπὼν ὅτι εἰς τὰς ὑστερινὰς ἡμέρας τοῦ ἑβδόμου καὶ ἡμίσεος αἰῶνος, ἡ Μοναδικὴ πολιτεία θέλει ἀμεληθῆ τελείως καὶ μέλλει νὰ καταφρονηθῇ...

Τα θαυμαστά γεγονότα τῆς ἐν ἐξορίᾳ κοιμήσεως & τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Τα θαυμαστά γεγονότα τῆς ἐν ἐξορίᾳ κοιμήσεως & τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

           Ὁ μακάριος καί θεῖος πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπειδή δέν παρέβλεπε τό δίκαιον ἐκ φιλοπροσωπίας, ἀλλ’ ἤλεγχε πᾶσαν ἀδικίαν, διά τοῦτο ἤλεγχε καί τήν βασίλισσαν Εὐδοξίαν διά τάς παρανομίας καί ἀδικίας, ὅσας ἔκαμνε καί μάλιστα, ἐπειδή διά τυραννικοῦ...

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ

Ἔσεισας, ἀλλ’ ἔστησας αὖθις γῆν, Λόγε, Τῆς σῆς γάρ ὀργῆς οἶκτός ἐστι τό πλέον.            Εἰς τούς τελευταίους χρόνους τῆς βασιλείας Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ ἐν ἡμέρῃ Κυριακῇ ὥρᾳ δευτέρᾳ, ἔγινε σεισμός εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν τόσον μέγας, ὥστε ἐκρημνίσθησαν τά τείχη...