M

Close

Ὁ Εὐεργέτης μας

           Σύντομο κήρυγμα ἐπί τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (Λουκ. 18, 10 – 14), ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΚΥΡΙΑΚΗ». (σελ. 327).

«Ὁ Θεός εὐχαριστῶ σοι» (Λουκ. 18, 11)

           Εἶνε πρωΐ. Ὁ ἥλιος δέν βγῆκε ἀκόμη. Δύο ἄνθρωποι ξύπνησαν, πλύθηκαν, ντύθηκαν στά γιορτινά τους καί χαρούμενοι βγαίνουν ἀπό τό σπίτι τους. Ποῦ πηγαίνουν; Σέ γάμο, σέ χορό, σέ διασκεδάσεις; Ὄχι. Πηγαίνουν νά συναντήσουν τό Βασιλιᾶ. Πηγαίνουν στό ἀνάκτορο. Κάτι ἀνώτερο· πηγαίνουν στήν Ἐκκλησία. Αὐτή εἶνε τό παλάτι τοῦ Θεοῦ. Ὤ ἡ Ἐκκλησία! Ὑπάρχει ἄλλο σπίτι ἀνώτερο; Ἐκεῖ πηγαίνουν. Καί ὅμως ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού δέν πᾶνε στήν ἐκκλησία. Κάποτε βέβαια θά πᾶνε. Θά τούς πᾶνε μιά μέρα, ὅταν πεθάνουν. Μά τότε τί τό ὄφελος; Τώρα πού εἴμαστε ζωντανοί πρέπει νά πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία. Καί ἀλλοίμονο ἄν δέν πηγαίνουμε. Δέν πρέπει νά λεγώμαστε ἄνθρωποι. Γιατί ἄνθρωπος λέγεται ἐκεῖνος, πού δέν ἔχει σκυμμένο τό κεφάλι στή γῆ σάν τά κτήνη, ἀλλά σηκώνει τά μάτια του καί βλέπει τόν οὐρανό, κάνει τήν προσευχή του καί δοξάζει τό Θεό. Ἄνθρωποι, «ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας», φωνάζει ἡ Ἐκκλησία μας.

* * *

           Ἀλλ’ ἄς ἐπανέλθουμε στούς δύο ἀνθρώπους, πού ξεκίνησαν πρωῒ νά πᾶνε στό ναό. Ποιοί εἶνε; Μᾶς τό λέει τό Εὐαγγέλιο. Ὁ ἕνας εἶνε ὁ φαρισαῖος, ὁ ἄλλος εἶνε ὁ τελώνης. Ἄνθρωποι καί οἱ δύο. Ἄνθρωποι ὅμοιοι στή μορφή, ἀλλά διαφορετικοί στήν ψυχή. Πόσο διαφέρει ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο, αὐτό θά φανῇ ἀπό τόν τρόπο πού θά σταθοῦν μέσα στό ναό. Θά φανῇ ἀπό τήν προσευχή πού θά κάνουν.

           Τό Εὐαγγέλιο λέει, ὅτι οἱ δύο ἄνθρωποι «ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι» (Λουκ. 18, 10). Ἀκοῦς; Πῆγαν στήν ἐκκλησία γιά νά προσευχηθοῦν. Ὁ ναός εἶνε οἶκος προσευχῆς. Μαζεύονται ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι γιά νά προσευχηθοῦν ὅλοι μαζί σάν μιά ἀγαπημένη οἰκογένεια. Ἄνθρωπε, πηγαίνεις στήν ἐκκλησία; Δέν θά στέκεσαι ἐπιδεικτικά, δέν θά κοιτάζῃς δεξιά κι ἀριστερά, δέν θά κουβεντιάζῃς, δέν θά γελᾷς, δέν θά χασμουριέσαι, δέν θά κριτικάρῃς τόν παπᾶ καί τόν ψάλτη, δέν θ’ ἀφήνῃς τό μυαλό σου νά σκέπτεται ἄλλα πράγματα ἐκτός ἀπό τό Θεό. Ἄν κάνῃς αὐτά, τότε ἁμαρτάνεις. Γιατί ὁ ναός δέν εἶνε καφενεῖο καί θέατρο. Ὁ ναός εἶνε τόπος ἱερός, εἶνε τόπος φοβερός, πού καί οἱ ἄγγελοι ἀκόμα τρέμουν. Λέγε κ’ ἐσύ τά λόγια πού εἶπε ὁ Ἰακώβ, ὅταν εἶδε μιά σκάλα νά ἑνώνῃ τή γῆ μέ τόν οὐρανό, καί ἄγγελοι νά κατεβαίνουν καί ν’ ἀνεβαίνουν· «Ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ’ ἤ οἶκος Θεοῦ, καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ» (Γεν. 28, 17).

           Ἄς δοῦμε τώρα τί προσευχή ἔκαναν αὐτοί οἱ δύο ἄνθρωποι, ποῦ πῆγαν στό ναό. Ἄς δοῦμε πρῶτα τήν προσευχή πού ἔκανε ὁ φαρισαῖος. «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι» (Λουκ. 18, 11). Αὐτές ἦταν οἱ πρῶτες λέξεις, πού εἶπε ὁ φαρισαῖος στήν προσευχή του. Καλά ἄρχισε. Καί ἄν ἔλεγε μόνο αὐτές τίς τρεῖς λέξεις, ποιός μποροῦσε νά τόν κατηγορήσῃ; Ὁ Θεός εἶνε ὁ πιό μεγάλος εὐεργέτης, καί ὁ ἄνθρωπος, πού ἀπολαμβάνει τίς μύριες εὐεργεσίες του, πρέπει νά λέῃ πάντοτε·   Θ ε έ   μ ο υ,   σ’   ε ὐ χ α ρ ι σ τ ῶ.

* * *

           Ἀλλ’ ἴσως ῥωτήσῃ κανείς· ποιές εἶνε οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ; Ἄνθρωπε, τυφλός εἶσαι καί δέν βλέπεις τά μύρια ἀγαθά πού δίνει ὁ Θεός; «Ἐν τῷ Θεῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν» (Πράξ. 17, 28). Τό ψάρι ζῇ μέσα στή θάλασσα. Καί ὁ ἄνθρωπος ζῇ μέσα στή θάλασσα τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅπου νά κινηθῇ τό ψάρι, θάλασσα ἔχει. Καί ὁ ἄνθρωπος ὅπου νά κινηθῇ, τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ ἔχει. Νά μετρήσουμε τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ; Ἀπό ποῦ ν’ ἀρχίσουμε καί ποῦ νά τελειώσουμε. Σκέψου τί ἤσουν πρίν νά γεννηθῇς. Ἕνα μηδέν. Ποιός ἀπό τήν ἀνυπαρξία σέ ἔφερε στήν ὕπαρξι; Καί δέν σέ ἔκανε πέτρα, δέντρο, τετράποδο. Σέ ἔκανε ἄνθρωπο. Δέν σέ ἔρριξε στό φεγγάρι ἤ σέ κανένα ἄλλο ἀστέρι, ὅπου δέν ὑπάρχει οὔτε ἀέρας οὔτε νερό οὔτε φωτιά οὔτε ζῷα. Σ’ αὐτά τά ἄλλα ἄστρα ἦταν ἀδύνατο νά ζήσῃς. Ἐδῶ στή γῆ σέ ἔβαλε, πού εἶνε ἕνας μικρός παράδεισος. Σέ ἔκανε λοιπόν ἄνθρωπο. Σέ τίμησε. Σέ προίκησε μέ ὄργανα καί ἐργαλεῖα, πού καμμιά ἐπιστήμη δέν μπορεῖ νά κάνῃ. Σοῦ ἔδωσε μάτια γιά νά βλέπῃς καί ν’ ἀπολαμβάνῃς αὐτό τό πανόραμα πού λέγεται φύσις. Σοῦ ἔδωσε αὐτιά, γιά ν’ ἀκοῦς τό κελάϊδημα τῶν πουλιῶν, γιά ν’ ἀκοῦς τή φωνή τῶν ἀγαπητῶν σου προσώπων, γιά ν’ ἀκοῦς τή γλυκειά φωνή τῆς θείας διδασκαλίας. Σοῦ ἔδωσε χέρια καί πόδια, γιά νά ἐργάζεσαι. Σοῦ ἔδωσε μιά καρδιά, πού χτυπάει κάθε δευτερόλεπτο. Σοῦ ἔδωσε μυαλό, πού δέν εἶνε σάν τό μυαλό τῶν ζῴων, ἀλλ’ εἶνε ἕνα μυαλό θαῦμα, πού μπορεῖ νά σκέπτεται, ν’ ἀνακαλύπτῃ καί νά ἐφευρίσκῃ χίλια δυό πράγματα. Σοῦ ἔδωσε μιά συνείδησι, γιά νά μπορῇς νά ξεχωρίζῃς τό καλό ἀπ’ τό κακό. Σοῦ ἔδωσε ψυχή ἀθάνατη. Μέ λίγες λέξεις, σέ ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν αὐτοῦ» (Γέν. 1, 26).

           Σάν πατέρας στοργικός κάθε μέρα ἐδῶ στή γῆ σοῦ στρώνει τραπέζι. Ὁ ἀέρας πού ἀναπνέεις, τό νερό πού πίνεις, τό σιτάρι πού κάνεις ψωμί, τό γάλα, τό κρέας, τά λαχανικά, τά φροῦτα πού τρῶς, τό μαλλί πού κάνεις ῥοῦχα καί ντύνεσαι, τά ξύλα πού πού κάνεις κάρβουνο γιά νά ζεσταίνεσαι, τό σίδερο πού κάνεις τό ἀλέτρι, ὁ ἥλιος πού σέ φωτίζει καί σέ θερμαίνει, τό χρυσάφι πού κάνεις νομίσματα, οἱ πρῶτες ὕλες πού κάνεις τά μηχανικά σου προϊόντα, τά βότανα πού κάνεις τά φάρμακα, ὅλα αὐτά καί τόσα ἄλλα ἀγαθά τίνος εἶνε, δικά σου; Ὄχι. Τοῦ Θεοῦ εἶνε. Ὁ Θεός τά ἔδωσε, γιά νά ζῇς καί νά τ’ ἀπολαμβάνῃς. Λοιπόν, ἄνθρωπε, πού κολυμπᾶς μέσα στόν ὠκεανό τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ, πές·   Θ ε έ   μ ο υ,   σ’   ε ὐ χ α ρ ι σ τ ῶ.

           Ἀλλά δέν εἶνε μόνο τά ὑλικά πού σοῦ δίνει ὁ Θεός. Εἶνε καί τά πνευματικά ἀγαθά, πού εἶνε ἀσυγκρίτως ἀνώτερα ἀπό τά ὑλικά. Δυστυχῶς λίγοι τά αἰσθάνονται καί εὐγνωμονοῦν τόν Εὐεργέτη. Ποιά εἶνε αὐτά; Ἄνοιξε τό Εὐαγγέλιο καί θά δῇς τό πνευματικό πανόραμα. Θά μείνῃς κατάπληκτος. Θά δῇς τί ἔκανε ὁ Θεός γιά σένα, γιά τήν ψυχική σου σωτηρία. Ἡ ἁμαρτία σέ ἔκανε ἕνα σκουλήκι βρωμερό, πού ζῇ καί κυλιέται μέσα στή λάσπη. Μιά ἀηδία εἶνε ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος. Ἀλλά ἦρθε ὁ Χριστός, πῆρε τό σκουλήκι, πῆρε τόν ἁμαρτωλό, τόν ἀκάθαρτο ἄνθρωπο, τόν ἔπλυνε, τόν καθάρισε μέ τό τίμιό του αἷμα καί τοῦ ἔδωσε τή δύναμι νά φθάσῃ στά οὐράνια. Ἀπό σκουλήκι νά γίνῃ ἀετός, ἀπό κτῆνος ἄγγελος. Ἀπό παλαιός ἄνθρωπος νέος ἄνθρωπος, νέα ὕπαρξις, πού τήν προορίζει νά ζήσῃ σ’ ἕναν ἄλλο κόσμο, πού γλῶσσα ἀνθρώπων δέν μπορεῖ νά περιγράψῃ. Νά ζήσῃ μέσα στή βασιλεία του. «Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;».

* * *

           Γιά ὅλες λοιπόν αὐτές τίς εὐεργεσίες θά ἔπρεπε διαρκῶς νά εὐχαριστοῦμε τό Θεό. Θά ἔπρεπε νά πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία καί νά λέμε κ’ ἐμεῖς· «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι» (Λουκ. 18, 11). Νά τό λέμε ὅμως ὄχι ὅπως τό ἔλεγε ὁ φαρισαῖος, μέ μιά καρδιά ἀκάθαρτη ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τήν κατάκρισι τῶν ἄλλων, ἀλλά νά τό λέμε μέ μιά καρδιά γεμάτη ταπείνωσι καί εὐγνωμοσύνη, μέ μιά βαθειά συναίσθησι, ὅτι τέτοιοι πού εἴμαστε, δέν εἴμαστε ἄξιοι ν’ ἀπολαμβάνουμε κανένα ἀπό τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως εἴμαστε ἄξιοι τιμωρίας μεγάλης.Εἴμαστε ἄξιοι τῆς αἰωνίου κολάσεως. Ἀλλ’ ὦ Θεέ, δός μας τό ἔλεός σου καί σῶσε μας! Τό ἀναγνωρίζουμε, εἴμαστε ἁμαρτωλά παιδιά σου, ἀνάξια τῆς ἀγάπης σου. Σάν τόν τελώνη τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου στεκόμαστε ἐδῶ στό ναό σου, κλαῖμε ὅλοι τά ἁμαρτήματά μας καί φωνάζουμε· «Ὁ Θεός, ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς» (Λουκ. 18, 13).

Ἐπίσκοπος κυρός Αὐγουστίνος Ν. Καντιώτης
(20 Απριλίου 1907 – 28 Αυγούστου 2010)

           Οἱ εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.

Related Posts

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

Ἀπό τόν βίον του Ὁσίου καί Θεοφόρου πατρός ἡμῶν ΠΑΪΣΙΟΥ του Μεγάλου (ΙΟΥΝΙΟΥ ΙΘ’)

            Μοναχός τις, ἁπλοῦς κατά τήν διάνοιαν, ἤτοι μαθητής του ἱεροῦ Παϊσίου, ὑπακούων καλῶς εἰς ὅλα του τά προστάγματα· μεταβαίνων δέ οὗτος μίαν φοράν εἰς τήν Αἴγυπτον, διά να πωλήσῃ ἐργόχειρον, ἀπήντησε εἰς...

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ

ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ Γ' ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ Κυροῦ Νικηφόρου Θεοτόκη, Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχανίου καί Σταυρουπόλεως            Εἰς ὕψος μέγα ἀνεβίβασεν ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς τήν ἀξίαν καί τιμήν τῆς τοῦ ἀνθρώπου ψυχῆς, παρέστησεν αὐτήν...

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Ε’)

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Ε’)

Πρέπει νά προσευχόμεθα ἀδιαλείπτως· τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. ΕΥΕΡΓΕΝΤΙΝΟΣ ΥΠΟΘΕΣΙΣ Η' Ε’. Τοῦ Ἁγίου Μαξίμου           Ἡ συνεχής προσευχή ἀπομακρύνει ἀπό τόν νοῦν ὅλα τά νοήματα καί πᾶσαν ἄλλην σκέψιν καί τοιουτοτρόπως ἐμφανίζει τόν νοῦν...

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Δ’)

Τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. (Δ’)

Πρέπει νά προσευχόμεθα ἀδιαλείπτως· τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή καί πῶς κατορθώνεται. ΕΥΕΡΓΕΝΤΙΝΟΣ ΥΠΟΘΕΣΙΣ Η' Δ’. Τοῦ Ἀββᾶ Μάρκου.           Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θά ἀντιληφθῇ τό βαθύτερον καί πραγματικώτερον νόημα τῆς φράσεως τοῦ μακαρίου Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ἡ...