
Σύντομο κήρυγμα ἐπί τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (Ματθ. 1, 1 – 25), ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΚΥΡΙΑΚΗ». (σελ. 268).
«Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαί ἀπό Ἀβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, καί ἀπό Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαί δεκατέσσαρες, καί ἀπό τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαί δεκατέσσαρες» (Ματθ. 1, 17)
Σέ κάθε κοινότητα ὁ γραμματέας πρέπει νά φυλάῃ τά ληξιαρχικά βιβλία. Στά βιβλία αὐτά γράφονται τά ὀνόματα ὅλων τῶν κατοίκων τῆς κοινότητας μέ ὅλα τά στοιχεῖα τους. Στά βιβλία αὐτά, ὅπως καί στά βιβλία τῆς ἐνορίας, πού τηρεῖ ὁ ἐφημέριος, σημειώνεται πότε γεννιέται ὁ καθένας, πότε βαπτίζεται, πότε παντρεύεται καί πότε πεθαίνει. Τά βιβλία αὐτά εἶνε χρήσιμα καί ἀναγκαῖα, γιατί ἀπό αὐτά ἐξακριβώνεται ἄν ἕνα παιδί εἶναι γνήσιο παιδί τῶν γονέων του, ἄν δικαιοῦται νά κληρονομήσῃ τούς γονεῖς του κ.λ.π.. Ὁ γραμματέας, πού δέν τηρεῖ καθαρά τά ληξιαρχικά βιβλία τῆς κοινότητος, τιμωρεῖται.
Ὅλοι οἱ λαοί ἔχουν τήν ἱστορία τους. Ὅλοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίζουν, ποιοί ἦταν οἱ μακρινοί τους πρόγονοι. Καί σ’ αὐτό βοηθοῦν πολύ οἱ γενεαλογικοί πίνακες. Αὐτοί, ἄν εἶνε ἀκριβεῖς, μποροῦν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι ἡ ἱστορία ἑνός ἔθνους ἀρχίζει ἀπό τήν ἱστορία ἐκλεκτῶν ἀνθρώπων, πού μέ αὐταπάρνησι ὑπηρέτησαν τό λαό καί ἔθεσαν τά θεμέλια τοῦ πολιτισμοῦ του.
* * *
Ὅλοι οἱ πολιτισμένοι λαοί ἔχουν ληξιαρχικά βιβλία. Ἀλλ’ ἐάν ὑπάρχῃ ἕνας λαός, πού μέ θρησκευτική εὐλάβεια τηρεῖ τούς γενεαλογικούς καταλόγους, αὐτός εἶνε ὁ Ἰουδαϊκός λαός. Στό ναό τοῦ Σολομῶντος ἐτηροῦντο μέχρι τήν καταστροφή τῶν Ἱεροσολύμων οἱ γενεαλογικοί κατάλογοι ὅλων τῶν Ἑβραίων. Καί σ’ αὐτούς κατέφευγαν οἱ Ἑβραῖοι γιά νά πάρουν πληροφορίες γιά τήν καταγωγή τους.
Ἕνας τέτοιος κατάλογος εἶνε κι αὐτός πού περιέχεται στό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Ὀνομάζεται γενεαλογικός κατάλογος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί διαβάζεται σ’ ὅλους τούς ναούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σήμερα, πού εἶνε Κυριακή πρό τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ κατάλογος αὐτός ἔχει μεγάλη σημασία. Γιατί μέ τόν κατάλογο αὐτό ἀποδεικνύεται, πῶς ὁ Χριστός, πού περίμεναν οἱ Ἑβραῖοι, κατάγεται σάν ἄνθρωπος ἀπό τόν Δαυΐδ, ἀπό τόν Ἰακώβ, ἀπό τόν Ἀβραάμ, ἀπό τούς μεγάλους καί ἐνδόξους ἐκείνους πατριάρχες, στούς ὁποίους ὁ Θεός εἶχε δώσει ὑπόσχεσι, ὅτι ἕνας ἀπό τούς ἀπογόνους τους θά εἶνε ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου.
Ἕνας ὅμως σήμερα, πού ἀκούει τόσα ὀνόματα ἀνδρῶν καί γυναικῶν, παραξενεύεται καί ῥωτάει, τί ὠφελούμεθα ἀκούγοντας τόν κατάλογο αὐτό. Ἀλλά ἡ δημοσίευσι τῶν ὀνομάτων αὐτῶν ἔχει σκοπό. Ὅπως σκοπό ἔχουν καί ὅλα ὅσα γράφονται μέσα στό Εὐαγγέλιο. Τά ὀνόματα πού ἀκούσαμε σήμερα, ἄν τά προσέξουμε, ἄν ἀνοίξουμε τήν ἱερά ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, θά δοῦμε πόσα μᾶς διδάσκουν. Γιατί καθένα ἀπό τά ὀνόματα αὐτά, πού σήμερα δέν μᾶς κάνουν ἐντύπωσι, ἔχει τήν ἱστορία του, μικρή ἤ μεγάλη. Ὅλα δέ μαζί τά ὀνόματα κάνουν τήν ἱστορία ἑνός ἔθνους, τοῦ Ἑβραϊκοῦ ἔθνους, πού διάλεξε ὁ Θεός ἀπ’ ὅλα τά ἔθνη γιά ἕνα μεγάλο σκοπό· νά εἶνε ἡ προετοιμασία τοῦ κόσμου γιά τό Μεσσία Χριστό. Γι’ αὐτό ὁ Ἑβραϊκός λαός ὀνομάζεται λαός περιούσιος, δηλαδή ἐκλεκτός.
Ἡ ἱστορία αὐτή τοῦ Ἑβραϊκοῦ λαοῦ, σύμφωνα μέ τά ὀνόματα πού ἀκούσαμε, εἶνε ἱστορία αἰώνων. Εἶνε ἱστορία δύο χιλιάδων χρόνων πρό Χριστοῦ. Χωρίζεται δέ σέ τρεῖς περιόδους. Ἡ πρώτη ἀρχίζει ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τελειώνει στόν Δαυΐδ. Δεκατέσσερις γενιές. Ἡ δεύτερη ἀρχίζει ἀπό τό Δαυΐδ καί φθάνει μέχρι τήν αἰχμαλωσία Βαβυλῶνος, δηλαδή μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη πού ὁ Θεός, τιμωρώντας τήν ἀσέβεια τοῦ λαοῦ, ἐπέτρεψε νά κατακτηθῇ τό Ἰσραήλ ἀπό ξένο λαό, τό λαό τῶν Βαβυλωνίων. Αὐτός ὁ λαός κυρίευσε τά Ἱεροσόλυμα, καί σάν κοπάδια πῆρε τούς Ἑβραίους αἰχμαλώτους καί τούς πῆγε στήν πρωτεύουσα, τή Βαβυλῶνα. Ἐκεῖ 70 περίπου χρόνια ἔζησαν σκλάβοι. Δεκατέσσερις γενιές εἶνε καί ἡ περίοδος αὐτή τῆς μεγάλης δόξης, ἀλλά καί τῆς μεγάλης καταπτώσεως. Ἡ δέ Τρίτη περίοδος ἀρχίζει ἀπό τή μετοικεσία Βαβυλῶνος, δηλαδή ἀπό τή μέρα πού ὁ αἰχμάλωτος λαός ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του, καί φθάνει μέχρι τή μέρα πού γεννήθηκε ὁ Χριστός. Δεκατέσσερις γενιές εἶνε καί ἡ περίοδος αὐτή. Οἱ γενιές καί τῶν τριῶν μαζί περιόδων εἶνε 42. Κάθε γενιά στήν ἐποχή ἐκείνη πρέπει νά ὑπολογισθῇ 50 περίπου χρόνια. Σήμερα ἡ γενιά ὑπολογίζεται 25 χρόνια.
* * *
Γενιές. Ἄς σταματήσουμε, ἀγαπητοί, στή λέξι αὐτή, καί ἄς προσπαθήσουμε κάτι νά ὠφεληθοῦμε πνευματικῶς. Ἕνας ἀρχαῖος ποιητής τῆς πατρίδος μας, πού θεωρεῖται ἀπό τούς μεγαλυτέρους ποιητάς τοῦ κόσμου, ὁ Ὅμηρος, γράφει στά ποιήματά του, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης μοιάζει μ’ ἕνα δέντρο, μ’ ἕναν π.χ. πλάτανο. Ὁ Πλάτανος ζῇ πολλά χρόνια, 200 – 300 χρόνια. Φαίνεται αἰώνιος. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ πλάτανος φαίνεται αἰώνιος, τά φύλλα του δέν εἶνε αἰώνια. Τό χειμῶνα εἶνε γυμνός ἀπό φύλλα. Τήν ἄνοιξι γεμίζει ἀπό πράσινα φύλλα, ὅλο δροσιά καί χάρι. Ὅταν ἔρχεται τό φθινόπωρο, τά φύλλα κιτρινίζουν. Σέ λίγο ἀρχίζουν νά πέφτουν, ἀλλ’ ὄχι ὅλα μαζί. Ἄλλα νωρίτερα, ἄλλα ἀργότερα. Στό τέλος μένουν λίγα, καί φαίνεται ὅτι ποτέ δέν θά πέσουν. Ἀλλά περιμένετε· θά πέσουν κι αὐτά. Δέν θά μείνῃ οὔτε ἕνα. Ὁ πλάτανος, πού βλέπει τά φύλλα του νά πέφτουν, φαίνεται σά νά κλαίῃ, ἀλλά παρηγοριέται, γιατί ξέρει ὅτι καί πάλι θά ‘ρθῃ ἡ ἄνοιξι καί θά φορέσῃ τήν καινούργια φορεσιά.
Ἔτσι εἶνε καί ἡ ἀνθρωπότης. Ῥιζωμένη σάν τόν πλάτανο. Φύλλα τοῦ πλατάνου εἶνε ἡ ἄνθρωποι. Εἶνε ἡ κάθε μιά γενιά. Δέν μένει καμμιά γενιά αἰώνια, ὅπως δέν μένουν αἰώνια τά φύλλα τοῦ πλατάνου. Γεννιοῦνται οἱ ἄνθρωποι, αὐξάνουν, ὡριμάζουν, κ’ ἔπειτα σάν τά φύλλα ἀρχίζουν νά μαραίνωνται, νά γίνωνται δηλαδή γέροι, καί τέλος νά πεθαίνουν. Ἄλλοι σάν τά φύλλα πέφτουν νωρίτερα, ἄλλοι ἀργότερα, καί μερικοί πού μένουν, νομίζουν πῶς θά ζήσουν μέ τά βουνά, ἀλλά κι αὐτοί θά μαραθοῦν καί θά πέσουν. Ἔρχεται καί γι’ αὐτούς ὁ θάνατος. Σάν ἄνθος ἔρχεται κάθε ἄνθρωπος καί μαραίνεται, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
* * *
Ἄνθρωπε! Ἕνα φύλλο εἶσαι κ’ ἐσύ, πού τώρα στέκεσαι πάνω στό δέντρο τῆς ζωῆς. Ἀλλ’ αὔριο κ’ ἐσύ καί ὅλοι ὅσοι γεννήθηκαν στήν ἐποχή σου, ὅλη ἡ γενιά σου, θά πεθάνῃ καί θά ἀπέλθῃ. Νέα γενιά θά ἔρθῃ γιά ν’ ἀνθίσῃ καί νά μαραθῇ κι αὐτή. Ἄνθρωπε! Λίγο χρόνο θά ζήσῃς ἐδῶ στόν κόσμο. Δέ βλέπεις πόσο γρήγορα ἔφυγε ἡ χρονιά αὐτή; Δέν προλάβαμε νά τήν καλωσορίσουμε καί νά, μᾶς ἀποχαιρετᾷ καί φεύγει. Ἔτσι θά φύγουν καί τ’ ἄλλα χρόνια. Ἄνθρωπε! Λίγο χρόνο θά ζήσῃς στή γῆ. Πρόσεξε στό λίγο αὐτό διάστημα, πού θά ζήσῃς, νά εἶσαι ὅλο δροσιά. Νά κάνῃς πάντα τό καλό. Νά σκορπᾷς χαρά καί ἀγαλλίασι στόν κόσμο.
Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ γενιές τῶν ἀνθρώπων φεύγουν, ἕνας μένει. Μένει ὁ Χριστός. Ἄς τόν πιστέψουμε. Ἄς τόν ἀγαπήσουμε κι ἄς τόν λατρεύσουμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά, ὅπως τόν πίστεψαν, τόν ἀγάπησαν καί τόν λάτρευσαν ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ἀπ’ ὅλες τίς γενιές πού πέρασαν, κι ὅπως θά τόν πιστέψουν, θά τόν ἀγαπήσουν καί θά τόν λατρεύσουν χιλιάδες καί ἑκατομμύρια καί τῶν ἄλλων γενεῶν πού ἔρχονται ὕστερ’ ἀπό μᾶς.
Ὦ Χριστέ! Αἱ γενεαί πᾶσαι σέ ὑμνοῦν. Κ’ ἐγώ, ἕνα φυλλαράκι μέσα στόν κόσμο αὐτό, δέν θά πάψω νά σέ ὑμνῶ καί νά σέ δοξάζω, καί μαζί μέ τούς ἀγγέλους τώρα στή γιορτή τῶν Χριστουγέννων νά λέω· «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2, 14).

(20 Απριλίου 1907 – 28 Αυγούστου 2010)
Οἱ Εἱκόνες τοῦ κειμένου, ἔχουν τεθεῖ ἀπό τόν συντάκτη τῆς ἀνάρτησης.




