† Ἀρχιμανδρίτη π. Χαράλαμπου Δ. Βασιλόπουλου

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός συχνά ἔκανε λόγον περί Κολάσεως. Ὡμίλησε δέ περί αὐτῆς καθαρά καί ξάστερα, ὥστε νά μή μείνη σέ κανένα ἀμφιβολία. «Πορεύεσθαι ἀπ’ ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ», θά τούς πῆ κατά τήν Β’ Παρουσίαν. «Καί ἀπελαύσονται οὗτοι (οἱ ἁμαρτωλοί) εἰς Κόλασιν αἰώνιον», προσθέτει. (Ματθ. ΚΕ’ 41 καί 46).
Χρησιμοποιεῖ ἐπί πλέον ὁ Κύριος καί διάφορες ζωηρές καί τρομακτικές εἰκόνες τῆς παρούσης ζωῆς διά νά τήν ἐννοήσωμε κάπως τήν Κόλασιν, ἰδού μερικές εἰκόνες, πού μεταχειρίζεται:
α) Σκότος ἐξώτερον
Τό εἶπεν εἰς τήν παραβολή τῶν βασιλικῶν γάμων. Ἐκλήθησαν, λέγει ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, πολλοί εἰς τήν χαράν τῶν βασιλικῶν γάμων. Ὅταν ὅμως εἰσῆλθεν ὁ Βασιλεύς, εἶδε καί κάποιον, χωρίς ἔνδυμα γάμου. Διέταξε ἀμέσως νά τόν βγάλουν ἔξω καί νά τόν ρίψουν εἰς τό «σκότος τό ἐξώτερον».
Καί προσθέτει: «Ἐκεῖ ἔσται, ὁ τριγμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων» (Ματθ. 22, 13). Θά εἶναι διαρκής, ἀκατάπαυστος ἀτελείωτος ὁ πόνος ἐκεῖ. Τό ἴδιο εἶπε καί διά τόν δοῦλον ἔκρυψε τό τάλαντον: «Καί τόν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων» (Ματθ. 25, 30).
β) Διχοτόμησιν
Τό διχοτόμημα θά εἶναι ἕνα ἀπό τά βάσανα τῆς Κολάσεως, λέγει ὁ Κύριος στήν παραβολή τοῦ κακοῦ Οἰκονόμου. Αὐτός ὁ κακός διαχειριστής, ἐπειδή ἔλλειψε τό ἀφεντικό του, ἄρχισε νά κτυπᾶ τούς συνυπηρέτες του, νά σπαταλᾶ τά χρήματα, γλεντώντας, μεθώντας καί ἀσωτεύοντας μέ τούς φίλους του.
Ὅταν, εἶπεν ὁ Χριστός, θά ἔλθη ὁ Κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου κατά τήν Δευτέραν Παρουσίαν, ὁ ἴδιος δηλ. ὁ Χριστός. «Τότε διχοτομήσει αὐτόν». Θά τόν κόψη δηλ. στά δύο. Θά τόν σχίση. Καί προσθέτει: «Καί τό μέρος αὐτοῦ μετά τῶν ὑποκριτῶν θήσει. Ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων».
γ) Κλείσιμον ἔξω τοῦ Νυμφῶνος
Αὐτή θά εἶναι ἡ Κόλασις, εἶπε καί αὐτό στήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων, γιά τίς μωρές παρθένες.
Οἱ πέντε μωρές παρθένες δέν ἐφρόντισαν νά ἐφοδιαστοῦν μέ ἔλαιον. Γι’ αὐτό καί ὅταν ἦλθεν ὁ Νημφίος, ἔμειναν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος, ἔξω τοῦ Παραδείσου, δηλ. εἰς τήν Κόλασιν.
δ) Σκώληξ ἀκοίμητος
Μέ σκουλίκι ἀκοίμητο, πού κατατρώγει τά σωθικά τοῦ ἀνθρώπου, παρωμοίασεν ὁ Κύριος τά βάσανα τῆς Κολάσεως. Οἱ ἁμαρτωλοί, εἶπε, θά πᾶνε ἐκεῖ, πού θά εἶναι ὁ Σκώληξ ὁ ἀκοίμητος. «Ἐάν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλόν σοί ἐστι κυλλόν ἐκ τήν ζωήν τήν αἰώνιον εἰσελθεῖν, ἤ τάς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τήν γέεναν, εἰς τό πῦρ τό ἄσβεστον ὅπου ὁ Σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾶ καί τό πῦρ οὐ σβέννυται. Καί ἐάν ὁ ποῦς σου σκανδαλίζη σέ ἀπόκοψον αὐτό· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν χωλόν, ἤ τούς δύο πόδας ἔχοντα βληθῆναι εἰς τήν γέεναν εἰς τό πῦρ τό ἄσβεστον, ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾶ καί τό πῦρ οὐ σβέννυαι. Καί ἐάν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζη σε, ἔκβαλε αὐτόν· καλόν ἐστιν μονόφθαλμον εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἤ τούς δύο ὀφθαλμούς ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τήν γέεναν τοῦ πυρός, ὅπου ὁ Σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾶ καί τό πῦρ οὐ σβέννυται (Μαρκ. 9, 43 – 48).
ε) Γέενα τοῦ πυρός
Τήν παρομοιάζει ὁ Κύριος τήν Κόλασιν μέ τήν γέεναν τοῦ πυρός. Τό εἴδαμε στό παραπάνω χωρίον, πού λέγει: προκειμένου νά ἁμαρτήσης, «Καλόν σοι ἐστιν μονόφθαλμον εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἤ τούς δύο ὀφθαλμούς ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τήν γέεναν τοῦ πυρός».
«Γέενα» τήν ἐποχήν τοῦ Κυρίου ὠνομάζετο ἕνας τόπος, πού βρισκόταν μεταξύ τῆς Ἱερουσαλήμ καί τῆς Ἱεριχοῦς. Ἦταν μιά εὐρύχωρη χαράδρα καί μέσα σ’ αὐτήν ρίχνανε ὅλα τά σκουπίδια καί τίς ἀκαθαρσίες τῆς πόλεως Ἱερουσαλήμ. Ἔβαζαν φωτιά γιά νά τά καῖνε. Στό μέρος αὐτό ἔκαιγε διαρκῶς ἡ φωτιά καί ὑψωνόταν καπνός μαῦρος, βρωμερός καί ἀποπνικτικός. Ἔβγαιναν βρωμερές ἀναθυμιάσεις, ὥστε νά μή μπορῆ νά πλησιάση κανείς ἐκεῖ. Μέ αὐτόν τόν φοβερόν τόπον τήν Γέεναν, παρωμοίασε ὁ Χριστός τήν Κόλασιν.
στ’) Πῦρ αἰώνιον
Μέ τό πῦρ καί μάλιστα αἰώνιον, τήν παρομοιάζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός τήν Κόλασιν. «Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ, λέγει, οἱ καταραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον, τῷ ἡτοιμασμενῳ τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Δέν ἦταν γιά σᾶς τό πῦρ αὐτό τῆς Κολάσεως. Γιά σᾶς ἦταν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ Κόλασις ἦταν γιά τόν διάβολο καί τούς ἀγγέλους αὐτοῦ, τούς δαίμονες. Ἀλλά ἡ ἁμαρτία σας σᾶς ἔκαμε νά πᾶτε καί σεῖς ἐκεῖ.
Εἰς τό Εὐαγγέλιον μᾶς ὡμίλησε ὁ Κύριος καί γιά τόν πλούσιο, ὁ ὁποῖος ἐνεδεδύσκετο πορφύραν καί βύσσον, εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς καί ὁ ὁποῖος δέν ἐφρόντισε ποτέ γιά τήν ψυχή του. Δείχθηκε τοὐναντίον σκληρός καί ἄπονος στόν φτωχό Λάζαρο, πού ἐκοίτετο ἄρρωστος καί πληγωμένος στήν αὐλόπορτά του. Μᾶς τό λέγει καθαρά, ὅτι ὁ πλούσιος πῆγε στήν Κόλασι, στά βάσανα. «Ἐν δέ τῷ Ἅδη ὑπάρχων ἐν βασάνοις». Ἐφώναζε μάλιστα ὁ δυστυχής λέγοντας: «ὠδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ». Πονῶ ἀνυπόφορα μέσα σ’ αὐτή τή φλόγα (Λουκ. 16, 24).
Αὐτά τά λόγια, εἶναι λόγια τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ, τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ Σύμπαντος, πού εἶναι Κύριος τοῦ Παραδείσου, ἀλλά καί τῆς Κολάσεως.
Καί στήν παραβολή τῶν ζιζανίων τήν παρομοιάζει μέ τό πῦρ τό ἄσβεστον τήν Κόλασιν.
Τώρα, στήν παροῦσα ζωή, εἶπε, ἀφῆστε νά συναυξάνονται τά ζιζάνια μέ τόν σῖτον. Νά συζοῦν οἱ πιστοί μέ τούς ἀπίστους, οἱ ἐνάρετοι μέ τούς κακούς. Θά ‘ρθῆ ὅμως ὁ καιρός τοῦ θερισμοῦ, ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως. Τότε θά ἐξαποστείλη ὁ Κύριος τούς θεριστές, τούς ἀγγέλους καί τόν μέν σῖτον, δηλ. τούς καλούς, θά τούς συγκεντρώση στήν ἀποθήκην Του, δηλ. στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἰς τόν Παράδεισον. Τά ζιζάνια ὅμως, τούς ἁμαρτωλούς, θά τά δέσουν σέ δέσμες καί θά τούς κατακάψουν «πυρί ἀσβέστῳ». Δηλαδή σέ αἰώνια φωτιά. Σέ φωτιά, πού δέν σβήνει ποτέ.
Τ’ ἀκοῦς, ἄνθρωπε; Εἶναι λόγια τοῦ Χριστοῦ αὐτά! Πρόσεξε Χριστιανέ! Μή τά πάρης ἀψήφιστα! Μέ τή φωτιά λοιπόν παρομοιάζει τήν τρομερή καί ἀνυπόφορη Κόλασι ὁ Κύριος.
Ἐπίσης εἶπε ὁ Κύριος σχετικῶς μέ τό πῦρ τῆς κολάσεως καί τά ἑξῆς:
Ἐμεῖς εἴμαστε τά κλήματα, δηλ. οἱ κληματόβεργες. Ὁ Κύριος ὅμως εἶναι ἡ ἄμπελος. Κάθε κλῆμα, κάθε κληματόβεργα, πού φέρνει καρπόν, τήν καθαρίζει καί μένει στήν ἄμπελο γιά καρποφορία. Καί ἀντιθέτως: «Πᾶν κλῆμα μή φέρον καρπόν, δηλ. κάθε ἄνθρωπος χωρίς ἀρετήν καί ἁγιότητα, κόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται καί καίεται». Συνεχῶς δηλ. καίεται, ὄχι ἅπαξ καί νά τελειώση.
Μέ «λίμνην καιομένην πυρί καί θείῳ» παρομοιάζει ἐπίσης ὁ Θεάνθρωπος τήν Κόλασιν εἰς τήν Ἀποκάλυψιν.
Οἱ ἁμαρτωλοί, λέγει, θά ριφθοῦν «εἰς τήν λίμνην τήν καιομένην πυρί καί θείῳ». Προσθέτει ἀκόμη καί τό ἑξῆς φρικιαστικόν:
«Καί ὁ καπνός τοῦ Βασανισμοῦ αὐτῶν, εἰς αἰώνας αἰώνων ἀναβαίνει καί οὐκ ἔχουσι ἀνάπαυσιν ἡμέρας καί νυκτός» (Ἀποκ. 14, 11).
Περί τῆς Κολάσεως ὁμιλεῖ ὁ Χριστός καί εἰς τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου.
Ἐκεῖνος ὁ ἀνόητος, εἶπεν ὁ Κύριος, ἐκοίταξε νά φτιάξη μεγάλες ἀποθῆκες, γιά νά ἔχη νά τρώγη, νά πίνη καί νά εὐφραίνεται εἰς ἔτη πολλά.
Ἀκούσθηκε ὅμως, σάν κεραυνός ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ, τήν νύκτα ἐκείνη, «ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτί τήν ψυχή σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ, ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12, 20).
Ἀπαιτοῦσιν. Ποῖοι; Ὄχι βεβαίως οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά οἱ πονηροί δαίμονες, γιά νά τήν πᾶνε στήν Κόλασι, στήν αἰώνια τιμωρία καί τ’ ἀτελείωτα βάσανα.
Περί τῆς Κολάσεως καί τῆς τιμωρίας τῶν βλασφήμων, γίνεται λόγος στήν Ἀποκάλυψι πλειστάκις.
Αὐτά, ἀναγνῶστα, εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε. Καί ἐφ’ ὅσον περί Κολάσεως ὁμιλεῖ ὁ Θεός, τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου μας, δέν χωρεῖ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κόλασις εἶναι πραγματικότης καί ὑπάρχει.
Μερικοί ὅμως ἐπιπόλαιοι λέγουν, ὅτι αὐτά τά φοβερά καί τρομερά τά εἶπε ὁ Κύριος πρός ἐκφοβισμόν. Γιά νά κρατήση δηλ. τούς ἀνθρώπους ἀπό τόν κατήφορο. Μεγαλυτέρα ὅμως ἀνοησία ἀπ’ αὐτή δέν ὑπάρχει. Αὐτή εἶναι ἀνοησία εἰς τό τετράγωνον. Διότι οἱ τοιοῦτοι δέν ἔχουν ἰδέαν περί τοῦ Θεοῦ. Τόν νομίζουν πολύ μικρόν, μέ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καί ψευδόμενον.
Τί νομίζουν αὐτοί, ὅτι ὁ Θεός, εἶναι σάν μερικές μητέρες, πού φοβερίζουν συνεχῶς τά παιδιά τους, ὅτι θά τά σκοτώσουν, καί ποτέ δέν τά ἐσκότωσαν; Ἀλλ’ ὁ Θεός, εἶναι Θεός. Εἶναι Θεός ἀληθινός, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ ποτέ – ποτέ νά ψεύδεται. Ἐάν εἶχε ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, δέν θά ἦτο Θεός. Ὁ Θεός εἶναι ἡ «ἀλήθεια» καί δέν ἔχει καμμιά σχέσι μέ τό ψέμα.
Πᾶν ὅ,τι ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός ἀποδείχθηκε ἀληθινό. Καί ἡ Κόλασις, ἑπομένως, περί τῆς ὁποίας συχνά ὁμιλεῖ ὁ Θεός εἰς τήν Παλαιά Διαθήκη καί στήν Καινή Διαθήκη, εἶναι πραγματικότης, ἔστω καί ἐάν δέν μᾶς ἀρέσει.
Ὑπάρχει, λοιπόν, ἡ Κόλασις, διότι λέγει ὁ Θεός τόσον εἰς τήν Παλαιάν, ὅσον καί εἰς τήν Καινήν Διαθήκην. Ἐφ’ ὅσον πιστεύεις εἰς τόν Θεόν, πρέπει νά παραδέχεσαι τήν Κόλασιν.
Τό ὅ,τι ὑπάρχει Κόλασις δέν χωρεῖ, εἴπαμε, ἀμφιβολία. Γεννᾶται ὅμως τό ἐρώτημα, πού εἶναι ἡ Κόλασις; Αὐτό, ἀναγνῶστα, θά τό δοῦμε στή συνέχεια.


1910 – 1982
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Χαράλαμπου Δ. Βασιλόπουλου «ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΙΣ». σελ. 25. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ».




